Τι να κάνω για να μ’ αγαπήσει ο Θεός της Βσιλικής Μαρκεσίνη, Νομικού

AΛΗΘΙΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ

 Γράφει η Βασιλική Γκίκα – Μαρκεσίνη, Νομικός

Μια κοπελίτσα 14 χρόνων άνοιγε τα μάτια της στον κόσμο γύρω της.

Ήταν αισθαντικός τύπος. Έδινε αλλά είχε και απαίτηση να παίρνει. Ήθελε να είναι ευχαριστημένοι οι άνθρωποι μαζί της. Να της λένε «μπράβο». Και όχι μόνο «μπράβο». Ήθελε κάτι ακόμη πιο βαθύ. Ήθελε να την αγαπάνε. Το είχε καταφέρει γιατί έκανε το παν γι’ αυτό.

Δεν αναλύουμε αυτή τη στιγμή αν αυτό που έπαιρνε ήταν πραγματική αγάπη. Οπωσδήποτε επικοινωνούσε ζεστά.

Ζούσε μια ζωή κοντά στη φύση. Ο πατέρας της ήταν μεγαλοκτηματίας. Έβλεπε, λοιπόν, την μεγαλοπρέπεια της ανατολής, την απεραντοσύνη τ’ ουρανού. Πάντα πήγαιναν πολύ πρωί στα κτήματα. Όταν αλωνίζανε – με τα άλογα τότε – κοιμόντουσαν έξω στα χωράφια. Όλη τη νύχτα έμενε άγρυπνη να κοιτάζει  τ’ άστρα. Σκεφτότανε: «Σπέρνουμε, μα αν ο Θεός δεν βρέξει, θερίζουμε;» Ύστερα τα πρωτοβρόχια, ανοίγανε οι καταρράκτες τ’ ουρανού. Βροντές, αστραπές. Τι μεγάλος που είναι ο Θεός!

Μπορείς να κάνεις τους ανθρώπους να σ’ αγαπήσουνε, αλλά πως μπορείς να κάνεις το Θεό να σ’ αγαπάει;

Στις εργάτριες, ξεχωριστά απ’ το μεροκάματο που παίρνανε απ’ τους γονείς της, έδινε κρυφά λάδι, φρούτα και την αγαπούσανε. Τι θα’πρεπε να δώσει στον Θεό για να την αγαπάει;

Μήπως θα’πρεπε να τ’ αφήσει όλα τα γήινα και να πάει να κλειστεί σε μοναστήρι; Μα πάλι ήταν τόσο ωραία η ζωή. Να χορεύεις στα γλέντια, στους γάμους και να σε κοιτάνε όλα τα παλικάρια. Να τραγουδάς και όλοι να παραδέχονται ότι έχεις την πιο γλυκειά φωνή.

Κι’ ύστερα, να κάνεις όνειρα: Να παντρευτείς έναν άντρα που να τον αγαπάς και να σ’ αγαπάει, ένα όμορφο σπίτι και πολλά παιδιά… Να τα σκέφτεσαι, να τα φαντάζεσαι όλα αυτά, να τα στολίζεις όλα με το νου σου, κάθε βράδυ κι ύστερα να κοιμάσαι ευτυχισμένη.

«Αλλά πάλι ευτυχισμένη» …Πόσα χρόνια, αφού υπάρχει ο θάνατος; Δεν τον είχε δει ν’ αρπάζει με τα μαύρα νύχια του, τα μικρά της αδερφάκια; (Ήταν πολύ μεγάλη τότε η παιδική θνησιμότητα).

Στεκότανε μέρα – νύχτα στο προσκέφαλό τους, η μητέρα της, ο γιατρός πηγαινοερχόταν συνέχεια, μα δεν μπόρεσαν να κάνουν τίποτα. Αλήθεια αν αρρωστήσω κι εγώ και πεθάνω πώς θα παρουσιαστώ μπροστά στο Θεό, σκεφτότανε.

Η συνείδησή της κάπου την χτυπούσε. Για τους ανθρώπους ήταν καλή, αλλά για το Θεό που βλέπει τα μύχια της καρδιάς;

Στο διπλανό σπίτι έμενε ο θείος της ο παπάς. Πηγαίνει και τον βρίσκει να κάθεται κάτω απ’ τη μουριά. Παίρνει ένα σκαμνί και κάθεται κι αυτή κοντά του.

«Μπάρμπα Παπά (έτσι ονομάτιζαν το θείο τους) θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Τι να κάνω για να μ’ αγαπάει ο Θεός; Οι άνθρωποι μ’ αγαπάνε αλλά τι να το κάνω αυτό; Εγώ θέλω να μ’ αγαπάει ο Θεός».

Την κοίταξε ξαφνιασμένος ο παπάς.

«Αλήθεια παιδί μου, θέλεις να σ’ αγαπάει ο Θεός;» Έβλεπε μπροστά του ένα τόσο νέο, και  όμορφο κορίτσι να μην έχει απορροφηθεί απ’ τα εφήμερα, να έχει μια τόσο ειλικρινή εκζήτηση του Θεού. Το έδειχνε, ο τόνος της φωνής της, όλη η έκφρασή της.

Συγκινήθηκε, έκλαψε, κι αφού σκούπισε τα δάκρυά του με την ανάστροφη του χεριού του της είπε:

«Να προσεύχεσαι και να λες “Κύριε Ποιητά ουρανού και γης, φώτισόν με και οδήγησόν με εις την οδόν της σωτηρίας”, και Αυτός θα σε οδηγήσει».

Την ώρα που της τα έλεγε αυτά είχε σηκώσει το βλέμμα του και τα δυο του χέρια ψηλά στον ουρανό. Δεν της είπε πιο πολλά. Την οδήγησε όμως να κάνει μια σωστή προσευχή.

Η προσευχή αυτή που έκανε βρήκε απάντηση γιατί είναι νόμος πνευματικός. «Όποιος με ζητάει θα με βρει».


Αφήστε μια απάντηση