ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ: ΚΑΤΑΡΓΗΣΗ ΄Η ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΑ;

ΕΡΕΥΝΑ

Θα πρέπει να διατηρηθεί, να καταργηθεί ή να γίνει προαιρετικό το μάθημα των θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση;

Η εγκύκλιος του υπουργείου Παιδείας ότι το μάθημα των Θρησκευτικών καθίσταται προαιρετικό για όλους τους μαθητές και όχι απλώς για τους μη ορθοδόξους, δημιούργησε αναστάτωση και «γέμισε» τα τηλεπαράθυρα από τους ειδήμονες και μη.   Στο   θέμα αυτό, βέβαια,   υπάρχουν διάφορες απόψεις. Η κρατική εκκλησία διαμαρτυρήθηκε έντονα για την απόφαση αυτή. Υπάρχουν όμως εκείνοι που τάσσονται υπέρ της κατάργησης του μαθήματος των θρησκευτικών. ΄Αλλοι προτείνουν εναλλακτικές λύσεις.

Θεωρήσαμε  καλό να κάνουμε έρευνα πάνω στο θέμα. Γι αυτό απευθυνθήκαμε σε μερικά πρόσωπα που πιστεύουμε έχουν άποψη πάνω στο θέμα.  Πιστεύουμε ότι οι απόψεις όλων που παραθέτουμε, με αλφαβητική σειρά, θα βοηθήσουν για να βγάλει ο καθένας τα δικά του συμπεράσματα.

ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ

Θα πρέπει να διατηρηθεί, να καταργηθεί ή να γίνει προαιρετικό το μάθημα των θρησκευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση;  

 

ΤΟΥ ΚΑΝΤΑΡΤΖΗ ΝΙΚΟΛΑΟΥ *  

«Το μάθημα των Θρησκευτικών στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια  Εκπαίδευση είναι πολύ βασικό. Ωστόσο όμως, θα θεωρούσα ακραίες τις δυο τοποθετήσεις, να διατηρηθεί ή να καταργηθεί, γιατί στην πρώτη περίπτωση επιβάλλεται στις θρησκευτικές συνειδήσεις των μαθητών ενώ στη δεύτερη στερεί το μάθημα από εκείνους που θα ήθελαν να το παρακολουθήσουν. Νομίζω  ότι καλύτερα  θα είναι να είναι προαιρετικό».

————

*  Ο Δρ Ν. Κανταρτζής υπηρέτησε ως  Καθηγητής στα Πανεπιστήμια Θεσσαλονίκης και Αθηνών. Τιμήθηκε από την Ακαδημία Αθηνών για το πολυσχιδές έργο του      

***

ΤΟΥ ΚΑΤΣΑΡΚΑ ΔΗΜΟΣΘΕΝΗ *

«Η κατάργηση ή η μετατροπή σε προαιρετικό ενός μαθήματος που μέχρι σήμερα διδάσκεται με λαθεμένο τρόπο, δεν είναι πάντοτε η ιδεωδέστερη λύση.

Δυστυχώς, στον τόπο μας, το μάθημα των θρησκευτικών, πολύ συχνά, συνδυάστηκε με στοιχεία φανατισμού και μισαλλοδοξίας. Και όταν το μάθημα, που ως υπόβαθρο δεν μπορεί παρά να έχει την αγάπη και την ειρήνη, διασύρεται μ’ αυτό τον τρόπο, είναι βέβαιο ότι χρειάζεται κάποια αλλαγή.

Προσωπικά, θα έβλεπα με ιδιαίτερη ικανοποίηση την μετατροπή του σημερινού μαθήματος των θρησκευτικών σε ένα καινούριο μάθημα, που θα συμπεριλάμβανε δυο τομείς: 

α. Τη γνωριμία των μαθητών με την «θρησκεία» στη γενικότερη έννοιά της, μαζί με ιστορικά στοιχεία των διαφόρων θρησκειών και με όσο γίνεται αντικειμενικότερη ενημέρωση γι’ αυτές.

β. Την διδασκαλία των υψηλών αληθειών του Ευαγγελίου, που αποτελούν πηγή πνευματικού πλούτου, αλλά και ηθικής ανύψωσης για όλους τους ανθρώπους, είτε είναι Χριστιανοί είτε όχι.

Κάνει εντύπωση ότι στον τόπο το δικό μας, παρά την επίμονη διδασκαλία των θρησκευτικών επί δεκαετίες, το περιεχόμενο της Αγίας Γραφής είναι τελείως άγνωστο στους πιο πολλούς. Αντίθετα, σε έντυπα του δυτικού κόσμου, βλέπει κανείς συχνά μνεία, έστω και φευγαλέα, φράσεων της Αγίας Γραφής, που δίδονται χωρίς επεξήγηση, γιατί απλούστατα ο αναγνώστης ξέρει πάρα πολύ καλά περί τίνος πρόκειται.

Πρόσφατα, στο περιοδικό “Time” ή στο “Economist”, δεν θυμάμαι ακριβώς, μου έκανε εντύπωση ότι το παγκόσμιο πρόβλημα της παιδικής θνησιμότητας παρουσιαζόταν σε ένα άρθρο με τον τίτλο: «Άφετε τα παιδία…».  Διερωτώμαι πόσοι Έλληνες, που διδάχθηκαν τα θρησκευτικά, καταλάβαιναν από πού είναι παρμένη η φράση αυτή. Νομίζω ότι αυτό το παράδειγμα μιλάει από μόνο του».

——

* Ο Δρ Δ. Κατσάρκας είναι Διευθυντής της Κλινικής ΑΓΙΟΣ ΛΟΥΚΑΣ, τ. Καθηγητής Νοσηλευτικής στα ΤΕΙ. Ποιμένας της Ελεύθερης Ευαγγελικής Εκκλησίας Θεσσαλονίκης

***

ΤΟΥ ΜΕΛΕΤΙΑΔΗ ΜΕΛΕΤΗ *

Το μάθημα των θρησκευτικών είναι η μοναδική επαφή που η πλειονότητα των αυριανών πολιτών έχει με την Χριστιανική πίστη.  Θα ήταν κρίμα και λάθος να απεμπολήσουμε αυτό που σε δυτικές χώρες πολλοί Χριστιανοί θα ήθελαν να έχουν.  Ούτε πάλι η αντικατάστασή του μ’ ένα μάθημα θρησκειολογίας θα αποτελούσε τη σωστή λύση.  Σε μια τέτοια περίπτωση ο Χριστιανισμός θα εξομοιωνόταν με όλες τις άλλες θρησκείες μεταδίδοντας στους μαθητές την θέση πως η Χριστιανική πίστη είναι μία από τις πολλές που υπάρχουν.

H αμφισβήτηση του μαθήματος των θρησκευτικών είναι το αποτέλεσμα τουλάχιστον δύο παραγόντων: της ύλης και εκείνων που ανέλαβαν να την μεταδώσουν στους μαθητές.  Εκεί πρέπει να επικεντρωθεί η προσοχή και να επιδιωχθεί η λύση.  Όσο το μάθημα θα έχει δογματικό χαρακτήρα με αποτέλεσμα να ασχολείται με επουσιώδη θέματα της Ορθόδοξης Εκκλησίας και όχι με το πρόσωπο και το ζωογόνο μήνυμα του Θεανθρώπου Ιησού Χριστού που θα εμπνέει τον μαθητή, τόσο θα αφήνει αδιάφορη την πλειονότητα των μαθητών.  Κι ακόμη, όσο το μάθημα των  θρησκευτικών θα το διδάσκουν ανίδεοι του Χριστιανικού μηνύματος ή εθνικό-εκκλησιαστικοί «πράκτορες», τόσο το μάθημα θα απαξιώνεται.  Αντί γι’ αυτούς θα έπρεπε η Εκκλησία της Ελλάδος, που τόσο ενδιαφέρεται για το θέμα, να διεκδικεί το μάθημα των θρησκευτικών να το διδάσκουν ιεραπόστολοι της Χριστιανικής πίστης που θα αλιεύσουν τα παιδιά από τον κόσμο στον Χριστό.  Αλίμονο, όμως, η Εκκλησία της Ελλάδος δεν αρέσει να ακούει για ιεραποστολή στην Ελληνική επικράτεια.

Σχετικά με το «προαιρετικό» καθεστώς του μαθήματος;  Με τη σημερινή πραγματικότητα, ενδεχομένως αποτελεί τη μόνη διέξοδο στην αποτυχία του μαθήματος.

—–

* Ο Μ.  Μελετιάδης είναι ποιμένας της Ελληνικής Ευαγγελικής Εκκλησίας Βόλου και Πρόεδρος της Ε.Ε. της Γενικής Συνόδου της ΕΕΕ.

***

ΤΟΥ ΜΠΑΝΤΙΜΑΡΟΥΔΗ ΦΙΛΗΜΟΝΑ *  

Στα 12 χρόνια της υποχρεωτική μου εκπαίδευσης στην Ελλάδα, αν και παιδί Ελλήνων Ευαγγελικών Χριστιανών, ποτέ δεν εξαιρέθηκα από το μάθημα των θρησκευτικών.  Εξάλλου τι νόημα είχε να στοχοποιηθεί κανείς και μάλιστα από φίλους και συμμαθητές, σε μια κοινωνία, η οποία έτσι και αλλιώς, στιγματίζει όλους εκείνους που δεν φρονούν «ορθώς»; 

Αν μου έλεγε κάποιος να αποτιμήσω τι πήρα από το μάθημα των θρησκευτικών, θα απαντούσα: ελάχιστα πράγματα — και αυτό για να μην είμαι μηδενιστικός.  Τόσο οι άνθρωποι που είχαν επιφορτισθεί την διδασκαλία, όσο και το ίδιο το περιεχόμενό του μαθήματος — ένας συνδυασμός βαρετής εθνικοφροσύνης, πασπαλισμένης φυσικά με αρκετές δόσεις φανατισμού – δεν θα μπορούσε ούτε να διδάξει, ούτε να εμπνεύσει ακόμη και τον πιο θετικά σκεπτόμενο θαμώνα των σχολικών αιθουσών.  Ειλικρινά ελπίζω να έχουν αλλάξει τα πράγματα και κυρίως να έχουν αλλάξει οι νοοτροπίες, πράγμα που μπορεί να συμβαίνει κατά περίπτωση, όταν ανοικτόμυαλοι άνθρωποι επιφορτίζονται το βάρος της συγκεκριμένης διδασκαλίας.

Η απόφαση του Υπουργείου να εξαιρεί τους μη ορθόδοξους μαθητές χωρίς ουσιαστικά να «ανακρίνονται» γονείς και παιδιά στο χώρο του σχολείου, έχει και θετικά και αρνητικά στοιχεία τα οποία φυσικά χρειάζονται περισσότερη μελέτη και όπως όλα τα πράγματα στο χώρο της παιδείας, μια περίοδο δοκιμαστικών και πιλοτικών δράσεων.  Επίσης η κάθε οικογένεια θα πρέπει να παίρνει την συγκεκριμένη απόφαση με βάση συγκεκριμένα στοιχεία που ισχύουν κατά περίπτωση.

Θεωρώ, π.χ.,  ότι η απόφαση του Υπουργείου μπορεί να αποβαίνει θετικά κατά περίπτωση, όταν (α) η διδασκαλία των θρησκευτικών ανατίθεται σε φανατισμένους εκπροσώπους του κλάδου των οποίων η εξτρεμιστική ρητορική στοχοποιεί τους μη ορθόδοξους μαθητές φέρνοντάς τους σε δύσκολη θέση έναντι των συμμαθητών τους.  Σε αυτήν την περίπτωση, η εξαίρεση από το μάθημα είναι η ενδεδειγμένη λύση.  Σπάνια τα παιδιά είναι έτοιμα να αντιμετωπίσουν ένα τέτοιο «μαθησιακό» περιβάλλον και τα διδάγματα που προκύπτουν, συχνά τα οδηγούν σε μελλοντική περιχαράκωση και μειονοτικά σύνδρομα.

Επίσης, κρίνεται θετικά η εξαίρεση από το συγκεκριμένο μάθημα, όταν (β) το παιδί σε συνεργασία με τους γονείς τους κρίνουν ότι το μάθημα είναι χάσιμο χρόνου, ο οποίος μπορεί να διατεθεί σε μια πιο γόνιμη δραστηριότητα.  Ακόμα και όταν το μάθημα δεν είναι ιδεολογικά φορτισμένο, μπορεί το περιεχόμενό του να είναι χαμηλής ποιότητας, χωρίς την παροχή ερεθισμάτων που να κεντρίζουν το ενδιαφέρον του παιδιού.  Σε αυτή την περίπτωση, ίσως θα μπορούσε να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο, πιο προσοδοφόρο μάθημα.

Από την άλλη, η εξαίρεση από το μάθημα μπορεί να λειτουργεί εις βάρος των μη ορθόδοξων μαθητών, αν το μάθημα παρουσιάζει ενδιαφέρον και διδάσκεται από κατάλληλους ανθρώπους.  Σε αυτή την περίπτωση τα παιδιά χάνουν την ευκαιρία να συμμετάσχουν σε μια ενδιαφέρουσα διαδικασία και να μάθουν – ακόμη και από την Ορθόδοξη οπτική – στοιχεία για την Εκκλησία των Πατέρων μας, — όπως έλεγε και ο Δημήτρης Καλαποθάκης.  Αυτή η γνώση συχνά λείπει από τα παιδιά μη Ορθοδόξων, που μόνο αποσπασματικά γνωρίζουν το κυρίαρχο πολιτισμικό πλαίσιο στο οποίο ανήκουν και τα ίδια.  Φυσικά, αν το μάθημα των θρησκευτικών ήταν σχεδιασμένο κατά τέτοιο τρόπο, ώστε το περιεχόμενο του να αντανακλά διαπολιτισμικές πραγματικότητες, πέρα από τα στενά όρια της Εθνικόφρονης κατήχησης, τότε θα ήταν ένα χρήσιμο μάθημα για όλους ανεξαιρέτως και μάλιστα με σημαντικές εφαρμογές για τους πολίτες του μέλλοντος στον κόσμο που καλούνται να ζήσουν.

———

* Ο Δρ Φ.  Μπαντιμαρούδης είναι Επίκουρος Καθηγητής Πανεπιστήμιου.

 

***

ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΠΟΥΛΟΥ ΛΑΜΠΗ *

    ΠΡΟΑΙΡΕΤΙΚΑ;  ΟΧΙ! Γιατί τότε αναπτύσσονται 2 ομάδες όπου η προκατάληψη, ο ρατσισμός… η πολεμική θα μεγαλώνουν!

    ΝΑ ΚΑΤΑΡΓΗΘΟΥΝ;   ΟΧΙ!  Επειδή το Σχολείο είναι ένας χώρος όπου τα παιδιά μας μαθαίνουν, ενημερώνονται… εκπαιδεύονται. Άλλωστε ποιος δεν έχει μέσα του το θρησκευτικό αίσθημα; Δεν ενδιαφέρεται και δεν αναζητά;

    ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ;  ΝΑΙ!  ΑΛΛΑ…  Διαφορετικά. Αντικειμενικά. Διαδογματικά! 

 Δεν είναι δίκαιο κι ανθρώπινο τα παιδιά να κατηχούνται με τα δόγματα οποιασδήποτε «επικρατούσης θρησκείας». Ο χώρος της θρησκευτικής κατήχησης δεν είναι το Σχολείο αλλά το σπίτι –  η οικογένεια και πιο πολύ ο ναός – η εκκλησία.  Αρμόδιος για την ικανοποίηση και ανάπτυξη της θρησκευτικής συνείδησης δεν είναι ο δάσκαλος αλλά ο ιερέας στην… ενορία του.

    Ο χώρος του Σχολείου είναι χώρος ευρείας εκπαίδευσης. Μέσα στα πλαίσια λοιπόν της πλατιάς μόρφωσης πρέπει τα παιδιά να μάθουν για το πιστεύω όλων των θρησκειών ή δογμάτων που υπάρχουν. Υπάρχουν θρησκευτικά θέματα κοινού ενδιαφέροντος: π.χ. Ποιος είναι ο Δημιουργός. Η Σωτηρία της ψυχής μας. Τι γίνεται μετά το θάνατο… Καλό θα ήταν στο Βιβλίο των θρησκευτικών για τα παραπάνω… θέματα να περιγράφονται οι θέσεις των διαφόρων ηγετών που εκπροσωπούν τους Ορθοδόξους, Διαμαρτυρόμενους, Καθολικούς, Ισλαμιστές.

    Έτσι κάθε παιδί και κηδεμόνας του θα μάθει και θα επιλέξει την «Αλήθεια… αντικειμενικά». Ας μη ξεχνά το Υπουργείο Παιδείας που είναι υπεύθυνο για την έκδοση  του βιβλίου των θρησκευτικών ότι δεν είναι Υπουργείο θρησκείας (!) αλλά θρησκευμάτων!

 

* Ο Λ. Σιδηρόπουλος είναι καρδιολόγος, Πρόεδρος της  Συνόδου των Απ. Εκκλησιών  Πεντηκοστής και Στέλεχος των «Γιατρών του Κόσμου».

 

ΑΠΟΨΕΙΣ ΔΙΑΦΟΡΩΝ                                                                     

Σταχυολογήσαμε και παραθέτουμε μερικές παραγράφους από τις απόψεις διαφόρων προσώπων,  που δημοσιεύτηκαν στον ημερήσιο τύπο:   

Ο γνωστός καθηγητής Xρήστος Γιανναράς στη στήλη του στην ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, αφιέρωσε μακροσκελές άρθρο. Μεταξύ άλλων γράφει:  «Αν οι αξιωματούχοι του κλήρου στην Ελλάδα σήμερα διασώζουν εκκλησιαστική συνείδηση, θα είναι αυτονόητο να απαιτήσουν από την πολιτεία την κατάργηση του μαθήματος των θρησκευτικών στα σχολεία. Με το μάθημα των θρησκευτικών εκχώρησε η ελλαδική Εκκλησία ζωτικό της λειτούργημα, την κατήχηση των παιδιών, σε έμμισθους υπαλλήλους του κράτους εκπαιδευμένους σε κρατικές «θεολογικές» Σχολές. Αλλά όταν η κατήχηση αποσπάται από τον φυσικό βιωματικό της χώρο, τη λειτουργία ζωντανού σώματος ενορίας και επισκοπής, αλλοτριώνεται νομοτελειακά σε ιδεολογική χειραγώγηση, ανιαρή προπαγάνδα. Ο φυσικός χώρος της κατήχησης δεν μπορεί να είναι άλλος από τον χώρο όπου πραγματώνεται και φανερώνεται η Εκκλησία ως άθλημα σχέσεων κοινωνίας της ζωής…»

Αναφέρει ακόμη ότι τα θρησκευτικά είχαν γίνει μάθημα της «πλάκας» διακωμωδούνταν  στα σχολεία και ότι η κοινωνία μας παρά τα υποχρεωτικά θρησκευτικά  «εμφανίζεται εντελώς και απολύτως ακατήχητη. Δεν έχει ούτε τη στοιχειώδη, εγκυκλοπαιδική έστω πληροφόρηση για το τι είναι η Εκκλησία, ποιες οι επαγγελίες της, η ιστορία της…»

 

Η Αγγελική Καρδαρά Φιλόλογος- Δρ Επικοινωνίας και ΜΜΕ, σε γράμμα της στα ΝΕΑ γράφει και τα εξής: 

«… Ή θα έπρεπε να καταργηθεί το μάθημα ή να συνεχίζει να διδάσκεται, αλλά με έναν πιο «ανοιχτό» και «ελεύθερο» τρόπο… Το δημόσιο σχολείο δεν είναι εκκλησιαστικό, οπότε δεν έχει τον ρόλο να μυήσει τους μαθητές στις αρχές μίας συγκεκριμένης θρησκείας. Άλλωστε, η πίστη δεν επιβάλλεται με κατήχηση, αλλά κατακτάται μέσω εσωτερικής αναζήτησης…»

Ο θεολόγος Π. Ανδριόπουλος, έγραψε σε εφημερίδα του Βόλου:                           

 «… Κακώς διαμαρτύρονται οι κληρικοί και οι θεολόγοι. Η απόφαση αυτή είναι υπέρ τους! Τους προκαλεί να ξαναγίνουν «αλιείς ανθρώπων», πράγμα που το ξέχασαν. Δεν είναι υποχρέωση του σχολείου να κάνει κατήχηση. Οι ιερείς πρέπει να κηρύξουν το Ευαγγέλιο στις ενορίες τους, με όλες τους τις δυνάμεις.

Αλλά το σχολείο οφείλει να προσφέρει μέσα στο εκπαιδευτικό πλαίσιο ένα μάθημα που αφορά, τουλάχιστον, στις θρησκείες γενικώς καθώς ζούμε πλέον σ’ ένα μικτό κόσμο, όπου δεν επιτρέπεται να αγνοήσω τον διπλανό μου και να με αγνοήσει κι εκείνος».

Ο κ. Γιώργης Γιατρομανωλάκης, καθηγητής Κλασικής Φιλολογίας και συγγραφέας, σε άρθρο του στο ΒΗΜΑ:

«…Ωστόσο, εμείς οι παλαιότεροι, που παρακολουθούσαμε ανελλιπώς και πάντοτε καταναγκασμένοι το μάθημα των Θρησκευτικών, δεν γίναμε δα και ευσεβέστεροι, ακόμη και αν είχαμε υποχρεωτικό εκκλησιασμό, αναγκαστική εξομολόγηση, ακόμη και αν γνωρίζαμε απ’ έξω και ανακατωτά ποια είναι τα άμφια του αρχιμανδρίτη… Το μόνο που θυμούμαι είναι η απαξιωτική μας διάθεση απέναντι σε αυτό το μάθημα και η καζούρα στους αγαθούς συνήθως καθηγητές των Θρησκευτικών. Από την άλλη μεριά, η μακαρίτισσα η γιαγιά μου, που δεν πήγε ούτε καν δημοτικό, και βαθιά πίστη διέθετε και, το κυριότερο, ήταν πολύ καλός άνθρωπος…»


Αφήστε μια απάντηση