Οι «Κουμπάροι» και οι βοσκοί της Βηθλεέμ

ΣΤΗΝ περίφημη «ελληνική πραγματικότητα», ο κουμπάρος, πέρα από την κλασική του έννοια του «αναδόχου εν σχέσει προς τους γονείς του βαπτισθέντος, ο σύντεκνος», έχει πάρει και άλλη διάσταση: Είναι ο φίλος, ο συμπατριώτης, εκείνος που κι αν δεν εκπληρώνει ορισμένους κανόνες, γίνεται ευπρόσδεκτος οπουδήποτε, επειδή συμβαίνει να είναι… κουμπάρος.

      Αυτό συνέβη και με τη θλιβερή ελληνική πραγματικότητα. Πάει καιρός, αλλά τόσο ο απόηχος των γεγονότων όσο και το όλο πνεύμα εξακολουθούν να είναι –και θα είναι συνεχώς– παρόντα γύρω μας: Κάποιοι βρέθηκαν διορισμένοι ή διαπιστευμένοι σε κρίσιμες θέσεις, άνθρωποι χωρίς να περάσουν κάποιες εξετάσεις ή να έχουν κάποια αντικειμενικά κριτήρια. Επωφελήθηκαν, επειδή ήταν φίλοι, «συνεργάτες» ή παρατρεχάμενοι κάποιων πολιτικών. Ήταν απλώς «κουμπάροι».

      Το φαινόμενο δεν είναι τωρινό, ούτε συμβαίνει με μια ορισμένη μόνο κυβέρνηση. Στην Ελλάδα ζούμε, κι αυτά όλα είναι, δυστυχώς, ο κανόνας. Φαίνεται, όμως, πως συνέβαιναν και πολύ πολύ παλιότερα, ακόμη και στα χρόνια του Χριστού. Γι’ αυτό και ο Κύριος όταν ήταν σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο προειδοποίησε τους ακροατές του σχετικά μ’ αυτό το ενδεχόμενο. Πολλοί πίστευαν ότι, επειδή είχαν φιλικές σχέσεις με τον Χριστό, ζούσαν μαζί του, τον ακολουθούσαν κάθε μέρα κι άκουγαν τα κηρύγματά του, ζούσαν στον περίγυρο των μαθητών του, κάτι θα γινόταν και θα εξασφάλιζαν μια θέση στη βασιλεία των ουρανών!

      Έτσι, ο Κύριος σε μια ομιλία του τους προειδοποίησε:

«Στη βασιλεία του Θεού δε θα μπει όποιος μου λέει «Κύριε, Κύριε», αλλά όποιος κάνει το θέλημα του ουράνιου Πατέρα μου»

(Ματθαίος 7,21 –Νέα Μετάφραση της Βίβλου).

      Πολλοί μοιάζουμε, δυστυχώς, με… κουμπάρους ακόμη και στη σχέση μας με τον Θεό! Πάμε στην εκκλησία, «τηρούμε αδιαλείπτως τα θρησκευτικά μας καθήκοντα», διαβάζουμε την Αγία Γραφή, προσευχόμαστε, έχουμε φιλικές σχέσεις με πολλούς ανθρώπους του Θεού, συζητάμε μαζί τους για πνευματικά ή απλώς θεολογούμενα ζητήματα, γενικά είμαστε στην αυλή της βασιλείας του Θεού αλλά όχι μέσα στη βασιλεία. Το δυστύχημα είναι ότι νομίζουμε πως αυτό είναι αρκετό για να σωθούμε, δίχως να «κάνουμε το θέλημα» του Θεού.

      «Και ποιο είναι το θέλημα του Θεού;» θα ρωτήσει κανείς. Το θέλημα του Θεού, φίλε μου, τώρα όπως και τότε, είναι ν’ ανταποκριθείς έμπρακτα στην πρόσκληση του Χριστού: να μετανοήσεις ειλικρινά για το αμαρτωλό παρελθόν σου και να παραδοθείς με πίστη στη χάρη του Θεού, με απόφαση να ζήσεις πια μόνο για Κείνον.

      Οι φτωχοί βοσκοί της Βηθλεέμ που πήγαν να προσκυνήσουν τον Χριστό, πρώτοι απ’ όλους, έπρεπε να πάνε στη φάτνη, αν ήθελαν να δουν τον Σωτήρα. Και πήγαν με χαρά, υπακούοντας στο μήνυμα του αγγέλου. Δεν σκέφτηκαν ότι ήταν συμπατριώτες του Μεσσία και μάλιστα συντοπίτες του, κάτι σαν πνευματικοί του «κουμπάροι», ή ότι η θρησκευτική παράδοσή τους αρκούσε για να είναι ευσεβείς Ισραηλίτες. Δεν ήταν ικανοποιημένοι πως ίσως ήταν από κείνους του λίγους που περίμεναν τον Σωτήρα να φανεί, βασισμένοι στις προφητείες. Σηκώθηκαν οι ίδιοι και πήγαν.

        Αν κάνεις κι εσύ το ίδιο –κι αυτά τα Χριστούγεννα είναι μια καλή ευκαιρία να το κάνεις– να είσαι σίγουρος ότι θα σε σώσει ο Χριστός. Και θα σε διαβεβαιώσει για το δώρο αυτό της σωτηρίας του. Σου το προσφέρει δωρεάν και το έχεις απελπιστικά ανάγκη. Καμιά «κουμπαριά» δεν είναι αρκετή…

 

ΧΑΡΗΣ Ι. ΝΤΑΓΚΟΥΝΑΚΗΣ


Αφήστε μια απάντηση