C.S.LEWIS «Το Βάρος της Δόξας», Παρουσίαση – Ανάλυση

Γράφει η Βίκυ Κάλφογλου- Καλοτεράκη, Λέκτορας Α.Π.Θ.  

      « το γαρ παραυτίκα ελαφρόν της θλίψεως καθ’ υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης κατεργάζεται ημίν, μη σκοπούντων ημών τα βλεπόμενα αλλά τα μη βλεπόμενα  τα  γαρ βλεπόμενα πρόσκαιρα, τα δε μη βλεπόμενα αιώνια»

                                                                                                             Β’ προς Κορινθίους, 4, 17,18

 Στη μνήμη του Άγγελου Δαμασκηνίδη που βίωσε, τραγούδησε και τώρα απολαμβάνει τον Πόθο του Ουρανού. Ύμνος δικός του ήταν το πρώτο κείμενο που διάβασα στη ζωή μου, όταν μπρος στα έκθαμβα μάτια μου τα σκόρπια γράμματα συνταίριαξαν ξαφνικά σε λέξεις.

Εισαγωγικές παρατηρήσεις – το ιστορικό πλαίσιο του κειμένου

         Γι’  αυτούς που είναι εξοικειωμένοι με το έργο του Χριστιανού συγγραφέα – απολογητή C. S. Lewis (Clive Staples Lewis ,Μπελφάστ 1898 – Οξφόρδη 1963 ), γι αυτούς που ένιωσαν την πνευματική τους ζωή να εμπλουτίζεται και να βαθαίνει από την προσέγγισή του στις πνευματικές αλήθειες η ομιλία του με τίτλο « Το Βάρος της Δόξας» ( The Weight of Glory ) κατέχει αναμφίβολα μια ξεχωριστή θέση. Πάνω σ’ αυτό το θέμα κήρυξε ο C. S. Lewis στις 8 Ιουνίου 1941 σε μια παλαιά εκκλησία του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης ύστερα από πρόσκληση του εφημέριου T. R. Milford. Μια σκοτεινή ώρα της ανθρώπινης ιστορίας, καθώς  ο Β’ Παγκόσμιος πόλεμος βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Το ακροατήριο, σύμφωνα με μαρτυρίες, ήταν από τα πολυπληθέστερα που είχαν ποτέ συγκεντρωθεί στο ιστορικό κτίριο , το οποίο λειτουργούσε ως χώρος λατρείας από τον 12ο αιώνα.

        Για μένα το κείμενο αυτό θα είναι πάντα, όσο τουλάχιστον ακόμα « γνωρίζω κατά μέρος », ένας στενός φίλος που ξέρει να διαβάζει και να μιλά τη γλώσσα της καρδιάς μου. Ανεξάρτητα όμως από αυτή την απόλυτα υποκειμενική διάθεση ( που πολύ πιθανόν δεν πρόκειται όλοι να συμμεριστούν ), είχα πάντα τη γνώμη πως και αντικειμενικά  αξίζει να γίνει ευρύτερα γνωστό στον κύκλο των πιστών της πατρίδας μας, ως μία βαθύτατα πνευματική και διεισδυτική προσέγγιση σε ένα κεντρικό θέμα της Χριστιανικής Πίστης. Ελπίζω πως η συνέχεια δεν θα με διαψεύσει και πως οι αναγνώστες αυτών των γραμμών θα συμμεριστούν τελικά την άποψή μου ως προς τη σκοπιμότητα αυτού που επιχείρησα να κάνω.

       Οι βασικοί νοηματικοί άξονες , γύρω από τους οποίους πλέκεται η ομιλία μπορούν να ορισθούν ως εξής : Ουρανός – αντικείμενο του βαθύτερου πόθου κάθε ανθρώπου, Ουρανός – ο προορισμός της ανθρώπινης ύπαρξης, Ουρανός – η υποσχεμένη αμοιβή για τον πιστό, « το βάρος της Δόξας». Και μολονότι ο ομιλητής δεν αναφέρεται ρητά στο γνωστό χωρίο της Β’ προς Κορινθίους επιστολής ( 4.17,18 ), είναι βέβαιο ότι αυτό αποτελεί την έμπνευση του τίτλου που επιλέγει, κυρίως όσον αφορά την παράσταση του βάρους της Δόξας. Να σημειώσουμε εδώ ότι ένα απολύτως συγγενικό χωρίο από την προς Ρωμαίους επιστολή (8, 18), στο οποίο τα τωρινά παθήματα του πιστού θεωρούνται ανάξια να συγκριθούν με την «μέλλουσαν δόξαν αποκαλυφθήναι εις ημάς», χρησιμοποιεί ο συγγραφέας ως προμετωπίδα στην τελευταία ενότητα του πολύ γνωστού έργου του « Το Πρόβλημα του Πόνου» ( The Problem of Pain). To κεφάλαιο αυτό που επιγράφεται « Ουρανός» θα μας φανεί ιδιαίτερα χρήσιμο σαν παράλληλο κείμενο στην ανάλυση που θα επιχειρήσουμε.

Υπόσχεση και προσδοκία της Ουράνιας ανταμοιβής : η ειρωνεία,  οι αντιρρήσεις, η Αλήθεια

        Το Βάρος της Δόξας ξεκινά με τη διαπίστωση πως πολύ συχνά ο πιστός εμμένει σε μια αρνητική αποκλειστικά θεώρηση της πνευματικής ζωής υποβαθμίζοντας , ή έστω αντιμετωπίζοντας με κάποια αμηχανία, τις παράλληλες υποσχέσεις του Λόγου του Θεού για την τελική ανύψωση της ανθρώπινης ύπαρξης σε μια σφαίρα ασύλληπτης, ακόμη, χαράς και πληρότητας : «Η Καινή Διαθήκη έχει πολλά να πει για την άρνηση του εαυτού μας, αλλά ποτέ δεν την αντιμετωπίζει ως αυτοσκοπό…Ναι, υπάρχει η εντολή να απαρνηθούμε τον                                                                     

εαυτό μας και να σηκώνουμε καθημερινά τον σταυρό , αν θέλουμε να ακολουθήσουμε τον Χριστό, κάθε περιγραφή όμως αυτού που θα κερδίσουμε, αν συμμορφωθούμε με την παραπάνω εντολή, περιέχει σχεδόν πάντα στοιχεία που απευθύνονται στους βαθύτερους πόθους της ύπαρξής μας». Αν θελήσει κανείς να εμβαθύνει στις διακηρύξεις του Θεού σχετικά με το αιώνιο μέλλον του πιστού, το σίγουρο είναι πως θα αισθανθεί ίλιγγο.

Ας θυμηθούμε στο σημείο αυτό κάποιες απ’ αυτές : «οίδαμεν ότι εάν φανερωθή όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς εστιν. Και πας ο έχων την ελπίδα ταύτην επ’ αυτώ αγνίζει εαυτόν καθώς εκείνος αγνός εστιν», Ιωάννου Α’ 3. 2-3, «Και ο νικών και ο τηρών άχρι τέλους τα έργα μου, δώσω αυτώ εξουσίαν επί των εθνών…..ως καγώ είληφα παρά του πατρός μου», « ο νικών, δώσω αυτώ καθίσαι μετ’ εμού εν τω θρόνω μου, ως καγώ ενίκησα και εκάθισα μετά του πατρός μου εν τω θρόνω αυτού», Αποκάλυψις 2. 26-27, 3. 21, « είπερ συμπάσχομεν ίνα και συνδοξασθώμεν», Προς Ρωμαίους 8. 17, « ει υπομένομεν, και συμβασιλεύσομεν», Προς Τιμόθεον Β’ 2. 12 . Εμείς, απ’ την άλλη μεριά, πολλές φορές διστάζουμε να αφήσουμε την ύπαρξή μας ελεύθερη, χωρίς αναστολές, να την συνεπάρει ο πόθος αυτών που ο Θεός ετοιμάζει. Ακόμα χειρότερα : επιμένουμε ανόητα να παλεύουμε με τις μικρο – ( και μωρο-) φιλοδοξίες μας, χαϊδεύουμε τα ταπεινά μας πάθη, τη στιγμή που μας προσφέρονται αιώνιες χαρές. Μοιάζουμε « σαν το άμαθο παιδί που δεν θέλει ν’ αφήσει τα παιχνίδια μέσα στη λάσπη της φτωχογειτονιάς του, γιατί δεν ξέρει τί σημαίνει να του προσφέρονται πλούσιες διακοπές δίπλα στη θάλασσα».

       Ο Lewis έρχεται αμέσως αντιμέτωπος με τη βασική αντίρρηση των αρνητών, οι οποίοι βλέπουν με σαρκασμό και περιφρονητική διάθεση την πίστη των Χριστιανών σε μια ουράνια αμοιβή, κατηγορώντας τους ότι η όποια ηθική πρακτική δεν αποτελεί γι αυτούς αυτοσκοπό, αλλά υπαγορεύεται από την υστερόβουλη προσδοκία ενός μελλοντικού κέρδους. Να σημειώσω εδώ τον παραλληλισμό, που ευρύτατα γίνεται  από δημοσιογράφους και πολιτικούς αναλυτές ανάμεσα στους Χριστιανούς και σε οπαδούς άλλων ιδεολογιών, ιδίως του κομμουνισμού, ο οποίος εξ ορισμού απορρίπτει το Υπερφυσικό και την μετά θάνατον ζωή : πολλοί απ’ αυτούς βάδισαν πρόθυμα στον θάνατο για τις αρχές τους χωρίς την προσδοκία αντίστοιχης μετά θάνατον ανταμοιβής.

       Ο συγγραφέας επικαλείται περιπτώσεις  όπου, όπως όλοι θα συμφωνούσαμε, ο πόθος της αμοιβής δεν καθιστά ιδιοτελή αυτόν που την προσδοκά. Το αντίθετο μάλιστα. Υπάρχουν αμοιβές, οι οποίες είναι άρρηκτα συνδεδεμένες με τον αγώνα που προηγήθηκε, καθώς αποτελούν την ίδια του την αιτία, τον φυσιολογικό και μοναδικό του στόχο. Έτσι ο άνδρας που αγαπά αληθινά μια γυναίκα ( και δεν στοχεύει π . χ . απλώς στην περιουσία της ) δεν μπορεί να χαρακτηριστεί συμφεροντολόγος, επειδή λαχταρά να έρθει η ημέρα του γάμου. Ο γάμος είναι η φυσιολογική ανταμοιβή της αγάπης, καθώς αποτελεί την αληθινή ολοκλήρωσή της, είναι ο φυσικός προορισμός δύο ερωτευμένων που τον ποθούν και τείνουν προς αυτόν. Και ο Ουρανός δεν αποτελεί την υλική ανταμοιβή των κόπων του πιστού, αλλά τον φυσικό και μοναδικό σκοπό της ανθρώπινης ύπαρξης.

         Υπάρχει κι ένα άλλο παράδειγμα, άμεσα συνδεδεμένο με την κλασσική παιδεία του Lewis και τη μακρά θητεία του ως πανεπιστημιακού δασκάλου : η απόλαυση της Αρχαίας Ελληνικής Ποίησης, παρατηρεί, είναι σίγουρα η σωστή αμοιβή γι αυτόν που μαθαίνει Αρχαία Ελληνικά και δεν μπορούμε να τον χαρακτηρίσουμε συμφεροντολόγο , αν την επιδιώκει. Όμως μόνον αυτοί που έχουν φτάσει στο επίπεδο να απολαμβάνουν την Αρχαία Ελληνική Ποίηση μπορούν από την εμπειρία τους να βεβαιώσουν πως πράγματι έτσι είναι. Ο μαθητής που ξεκινά με την Ελληνική Γραμματική δεν μπορεί να προσβλέπει στην απόλαυση της κατανόησης ενός κειμένου Αρχαίας Τραγωδίας με τον ίδιο τρόπο που δυο αγαπημένοι προσβλέπουν στον γάμο.( Εννοείται ότι ο Lewis έχει μπροστά του την οικεία σ’ αυτόν , και πολύ λίγο πια σε μας, εικόνα ενός Άγγλου μαθητή σε Κλασσικό Γυμνάσιο της εποχής του ). Στην αρχή λοιπόν εργάζεται είτε για τους βαθμούς, είτε για ν’ αποφύγει την τιμωρία του δασκάλου, είτε για να ευχαριστήσει τους δικούς του, είτε, στην καλύτερη περίπτωση, γιατί αόριστα πιστεύει πως κάτι καλό θα βγει απ’ όλον αυτό τον κόπο. Σε κάποια στιγμή βέβαια συνειδητοποιεί πως έχει αρχίσει να πλησιάζει στον στόχο του : σιγά – σιγά η χαρά γι’ αυτό που κάνει αρχίζει ν’ αντικαθιστά το βάρος της επίπονης εργασίας. Κι όσο πλησιάζει αυτή την                                                                      

ανταμοιβή, τόσο περισσότερο την ποθεί γι αυτό που νιώθει πως θα του δώσει,- μάλιστα αυτή η ικανότητα να την ποθεί είναι αυτή καθεαυτή μια πρώτη ανταμοιβή.

           Για τον Lewis , ο Χριστιανός σε σχέση με τον ουρανό μοιάζει πολύ με τον μαθητή.    «Αυτοί που ήδη απολαμβάνουν την Αιώνια Παρουσία του Θεού, χωρίς αμφιβολία γνωρίζουν πως ο Ουρανός δεν ήταν μια απλή πληρωμή των κόπων τους , είναι η τελείωση, η ολοκλήρωση της γήϊνης μαθητείας τους. Όμως εμείς που είμαστε ακόμα στη γη δεν είναι δυνατόν να το αντιληφθούμε αυτό σε όλη του την έκταση, δεν μπορούμε ούτε καν ν’ αρχίσουμε να το αντιλαμβανόμαστε παρά συνεχίζοντας κι επιμένοντας στην υπακοή και ανακαλύπτοντας την πρώτη ανταμοιβή αυτής της υπακοής στην ολοένα και αυξανόμενη ένταση του Πόθου μας για το τελικό Βραβείο». Όπως και με τον μαθητή,η διαδικασία είναι σταδιακή, προχωρά μέρα με τη μέρα : « η ποίηση αντικαθιστά τους γραμματικούς κανόνες, το Ευαγγέλιο αντικαθιστά τον Νόμο, ο Πόθος μεταμορφώνει την υπακοή, κι όλα αυτά σιγά- σιγά, όπως η παλίρροια ανασηκώνει το πλοίο που προσάραξε»

 

Ο ασίγαστος Πόθος της ανθρώπινης ψυχής

 

Έτσι ο επόμενος συλλογισμός μας φέρνει πιο κοντά στην καρδιά του κειμένου μας και σε μια από τις βασικώτερες ιδέες του συνολικού έργου του Lewis : είναι ο Πόθος, εγγενής σε κάθε άνθρωπο, γι’ αυτό το άπιαστο Κάτι, το Αγαθό που σ’ όλη μας τη ζωή γυρεύουμε κι όλο φαίνεται να μας ξεφεύγει, γιατί δεν βρίσκεται εδώ, μέσα στον Χώρο και τον Χρόνο μας.

         Αν τώρα ο μαθητής του παραδείγματός μας έχει πράγματι έφεση για τη λογοτεχνία και την ποίηση, ο πόθος που τελικά θα ικανοποιηθεί από την εκμάθηση των Ελληνικών θα καίει ήδη μέσα του στον μακρύ, κοπιαστικό δρόμο που αυτή η μάθηση του κοστίζει. Κι αυτός ο πόθος θα εκδηλώνεται με το ενδιαφέρον του για άλλα είδη ποίησης. Τί συμβαίνει αντίστοιχα με την ανθρώπινη ύπαρξη;  Αν πράγματι δημιουργηθήκαμε για τον ουρανό,  λέει ο Λιούις, τότε ο Πόθος για το περιβάλλον που μας ταιριάζει, για την αληθινή μας πατρίδα, θα πρέπει ήδη απ’ την αρχή της ζωής μας να βρίσκεται μέσα μας, δεν εκδηλώνεται όμως συνήθως προς το σωστό αντικείμενο. Και αυτό ακριβώς διαπιστώνουμε , αν παρατηρήσουμε την ανθρώπινη φύση. Υπάρχει βέβαια μια μεγάλη και αποφασιστική διαφορά με την εικόνα του μαθητή που ως τώρα οδήγησε τους συλλογισμούς μας. Τα άλλα είδη ποίησης που τον γοητεύουν και τραβούν την προσοχή του στο διάστημα της μαθητείας για την κατανόηση του Αισχύλου και του Σοφοκλή μπορεί να είναι εξίσου ποιοτικά με τον τελικό του στόχο. « Η δική μας περίπτωση όμως είναι διαφορετική. Αν το πραγματικό μας πεπρωμένο βρίσκεται σ’ ένα υπερ-βατικό, μετα-φυσικό Αγαθό, τότε κάθε άλλο αγαθό στο οποίο προσηλώνεται ο βαθύτερος Πόθος μας θα πρέπει νά’ ναι σε κάποιο βαθμό απατηλό, στην καλύτερη περίπτωση θα πρέπει να έχει μια συμβολική μόνον σχέση με το αντικείμενο που αληθινά είναι σε θέση να μας ικανοποιήσει,»

            Αυτός ο ασίγαστος Πόθος για τη μακρινή μας πατρίδα, η μυστική νοσταλγία που δεν μπορούμε « ούτε να εκφράσουμε, ούτε και να κρύψουμε» , άρρηκτα συνυφασμένη με την ίδια μας την ύπαρξη, ο Πόθος που « καμιά επίγεια ευτυχία δεν μπορεί να πληρώσει» αποδεικνύει για τον Lewis πως κάπου θα πρέπει να υπάρχει το Αντικείμενό του, όπως το αίσθημα της πείνας δηλώνει ότι ανήκουμε σε ένα είδος το οποίο έχει απόλυτα ανάγκη τροφής για να λειτουργήσει. Πράγματα όπως η μουσική, τα αγαπημένα μας βιβλία, η ομορφιά ενός έργου Τέχνης ή ενός τόπου που για έναν ανεξήγητο λόγο μας αγγίζουν ιδιαίτερα είναι σε θέση να διεγείρουν μέσα μας τον Πόθο γι αυτό το Κάτι που αναζητούμε, δεν είναι όμως αυτά το αληθινό του Αντικείμενο. Αν κάνουμε το λάθος να πιστέψουμε κάτι τέτοιο, τότε σαν τα άψυχα, βουβά είδωλα θα μας ραγίσουν την καρδιά. « Όλα αυτά δεν είναι παρά το άρωμα ενός λουλουδιού που δεν έχουμε βρει, η ηχώ μιας μελωδίας που ποτέ δεν ακούσαμε ξεκάθαρα, ειδήσεις από μια χώρα που ποτέ δεν επισκεφτήκαμε». Και στο τελευταίο κεφάλαιο της μελέτης του « Το Πρόβλημα του Πόνου» ο Λιούις σημειώνει : «Αυτό το Κάτι που πάντα γυρεύεις,, ποτέ δεν μπορείς στ’ αλήθεια να το βρεις. Όλα που κατά καιρούς κυριάρχησαν στην ψυχή σου δεν ήταν παρά νύξεις, φευγαλέες ματιές, υποσχέσεις που ποτέ δεν πραγματοποιήθηκαν, η ηχώ μιας μουσικής που σβήνει μόλις αγγίξει το αυτί σου. Όμως αν αυτό το Κάτι φανερωνόταν μπροστά σου, αν κάποτε η ηχώ δεν έσβηνε μα δυνάμωνε, δυνάμωνε, γινόταν ήχος καθαρός, η μελωδία που περίμενες…ω, τότε σίγουρα θα την αναγνώριζες.  Χωρίς αμφιβολία θα φώναζες: Επιτέλους,, βρήκα εκείνο, για το οποίο ήμουν φτιαγμένος»

 

Ο Λόγος του Θεού για τον Ουρανό

                                                                      

          Και τώρα ο συγγραφέας στρέφεται στον Λόγο του Θεού αναζητώντας τα στοιχεία που δίνονται γύρω από το τί συνιστά αυτήν την αμοιβή, τί σημαίνει Ουρανός μέσα στην Καινή Διαθήκη. Καταλήγει σε πέντε βασικές υποσχέσεις : 1) θα είμαστε με τον Χριστό, (  προς Φιλιππ..1. 23, προς Θεσσ. Α’. 4. 17),  2) θα γίνουμε όμοιοι με Αυτόν,  ( Ιωάννου Α’, 3. 2), 3) θα μπούμε μέσα στην Δόξα, θα γίνουμε οι ίδιοι ένδοξοι ( για να τονισθεί μάλιστα το στοιχείο αυτό της Δόξας επιστρατεύεται ένα πλήθος εικόνων και συμβόλων- ενδεικτικά: προς Ρωμ. 8. 17, 21, 29, προς Τιμ. Β’, 2. 10, 12, Αποκ. 21. 10,11), 4) κατά κάποιο τρόπο θα συμμετάσχουμε σε ένα εξαίσιο γεύμα, – μάλιστα πληροφορούμαστε ότι ο ίδιος ο Κύριος, ως Ουράνιος Οικοδεσπότης, θα μας υπηρετήσει,  ( Ματθ. 26. 29, Λουκ. 12. 37- 22, 28-30)( 5) θα μας δοθεί κάποια υπεύθυνη θέση, ένα αξίωμα μέσα στο Νέο Σύμπαν (  Λουκ. 19. 17,18,Αποκ.22. 5) .

« Αφού υπάρχει η πρώτη υπόσχεση, τί χρειάζονται οι υπόλοιπες;», – αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θέτει ο Lewis. Τί περισσότερο μπορεί να χαροποιήσει και να γεμίσει την ύπαρξή μας από το να είμαστε αιώνια « μαζί με τον Χριστό» ; Καταλήγει σε μια , νομίζω , εύστοχη θέση : « Η ποικιλία των υποσχέσεων δεν σημαίνει ότι η τελική και απόλυτη Ευτυχία μας θα είναι κάτι άλλο εκτός από τον Ίδιο τον Θεό – επειδή όμως ο Θεός είναι περισσότερο, άπειρα περισσότερο, από ένα Πρόσωπο και για να μην υπάρξει ο κίνδυνος να φανταστούμε την απόλαυση και ευφροσύνη της Παρουσίας Του αποκλειστικά μέσα στο πλαίσιο της παρούσας , φτωχής μας εμπειρίας από τις ανθρώπινες σχέσεις αγάπης με όλη την στενότητα, τις εντάσεις και τη μονοτονία που τις διακρίνουν, ο Λόγος του Θεού χρησιμοποιεί πάμπολλες εικόνες, οι οποίες διορθώνουν και συμπληρώνουν η μια την άλλη».

 

Το Βάρος της Δόξας

 

              Το δεύτερο ερώτημα στοχεύει στο κέντρο της ομιλίας : γιατί αυτή η έμφαση στη δόξα, γιατί το πλήθος των εικόνων που περιγράφουν τον πιστό μέσα σε εκθαμβωτική λαμπρότητα να περπατά ντυμένος κατάλευκα φέροντας στέφανο ( ήταν η γνωστή για τους ανθρώπους της Ρωμαϊκής εποχής εικόνα των αξιωματούχων της πόλης που συμμετείχαν στις επίσημες εορτές, με κορυφαίες τις εκδηλώσεις που πλαισίωναν την αυτοκρατορική λατρεία ) σε δρόμους στρωμένους με χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Ποιό είναι το βαθύτερο πνευματικό νόημα αυτών των παραστάσεων ;

              Λίγοι Χριστιανοί συγγραφείς ή ομιλητές ( τουλάχιστον από όσους γνωρίζω ) μεταδίδουν την ίδια βαθιά συναίσθηση του ότι γνωρίζουμε μόνον «κατά μέρος» , όπως ο Lewis. Έτσι κινούμαι, νομίζω, μέσα στο πνεύμα του , αν παρατηρήσω ότι η τελική προσέγγισή του στην έννοια του βάρους της δόξας δεν θα πρέπει να θεωρηθεί από κανέναν αναγνώστη, ότι προβάλλεται από μένα ως η μοναδική και απόλυτη. Είμαι απ’ την άλλη πλευρά βέβαιη ότι η ερμηνεία του αντανακλά μεγάλο μέρος από την Ακτινοβολία της εν Χριστώ Αλήθειας.

               Εύστοχα ο Lewis συνδέει την Δόξα με την επιδοκιμασία, την ανταμοιβή του επίγειου έργου του πιστού από τον Ίδιο τον Θεό , τον κορυφαίο έπαινο : « Εύγε δούλε αγαθέ και πιστέ». Θυμίζει τη χαρακτηριστική και μοναδική ευχαρίστηση ( τη στιγμή και στον βαθμό που εκδηλώνεται χωρίς εγωϊσμό και αλαζονεία ) που νιώθει μια ύπαρξη , όταν ανακαλύπτει ότι ικανοποίησε απόλυτα κάποιο σημαντικό πρόσωπο που αγαπά, θαυμάζει και υπολογίζει  – το παιδί τον πατέρα, ο μαθητής τον δάσκαλο. Και η σκέψη μας αβίαστα έρχεται « στο τί θα συμβεί, όταν η ψυχή, γιατρεμένη τόσο από την περηφάνεια, όσο και από οποιοδήποτε συναίσθημα κατωτερότητας και παρεξηγημένης ταπεινοφροσύνης , θα μάθει ότι ικανοποίησε Αυτόν που προορισμός της ήταν να ικανοποιήσει, όταν ελεύθερα πια θα μπορεί να αγάλλεται με μια απόλυτα αγνή χαρά, καθώς θα βιώνει επιτέλους την ύπαρξή της , όπως ο Δημιουργός της την σχεδίασε…..Στο τέλος , το Πρόσωπο Αυτό, η υπέρτατη απόλαυση ή ο απόλυτος τρόμος μέσα στο Σύμπαν, πρόκειται να στραφεί απέναντί μας είτε με τη μια έκφραση, είτε με την άλλη, είτε για να μεταδώσει δόξα ανείπωτη, είτε ντροπή αγιάτρευτη…Διαβάζουμε στην Γραφή ότι κάποτε όλοι θα σταθούμε μπροστά Του, θα περάσουμε από την εξέτασή Του. Η υπόσχεση της Δόξας, απίστευτη σχεδόν και δυνατή μόνον διά του Έργου του Χριστού, είναι ότι κάποιοι από μας, όποιος πράγματι το θελήσει θα περάσουμε αυτές τις εξετάσεις, θα συναντήσουμε την επιδοκιμασία Του, θα ευχαριστήσουμε τον Θεό….Να ευχαριστήσουμε τον Θεόν!…Να νιώσουμε την αγάπη Του, όχι τον οίκτο Του αλλά τη χαρά Του για μας – να χαρεί για μας, όπως ο καλλιτέχνης                                                                    

χαίρεται με το έργο του, ο πατέρας με τον γιο του…μοιάζει αδύνατο, ένα βάρος Δόξας που η σκέψη μας μόλις το αντέχει…Κι όμως έτσι είναι….»

 

Κάποιος απαντά στην κραυγή μας

 

          Μπορούμε ακόμα να παρατηρήσουμε ότι η Δόξα με το συγκεκριμένο αυτό  περιεχόμενο ( αποδοχή, επιδοκιμασία από τον Θεό ) έρχεται να πληρώσει ένα πολύ συγκεκριμένο στοιχείο της υπαρξιακής μας αγωνίας , αυτού του σφοδρού Πόθου, που, όπως είδαμε, φαίνεται να σφραγίζει την ανθρώπινη ύπαρξη. Αυτός ο Πόθος εκδηλώνεται και με τη λαχτάρα του ανθρώπου να κατανοήσει τη θέση και το σκοπό του μέσα  σ’ ένα αχανές, ψυχρό Σύμπαν. Αυτή είναι η αγωνία ενός ξεχωριστού πνεύματος  όπως ο Πασκάλ ( « Βλέπω αυτά τα τρομακτικά διαστήματα του σύμπαντος που με κυκλώνουν και με περικλείνουν και βρίσκομαι καθηλωμένος σε μια γωνιά αυτής της τεράστιας έκτασης, χωρίς να ξέρω γιατί τοποθετήθηκα εδώ και όχι κάπου αλλού, ούτε γιατί αυτός ο ελάχιστος χρόνος που μου δόθηκε να ζήσω, ορίστηκε σ’ αυτό το χρονικό σημείο κι όχι σ’ ένα άλλο της αιωνιότητας που προηγήθηκε από μένα και εκείνη που με ακολουθεί….Όπως δεν ξέρω από πού έρχομαι, έτσι δεν ξέρω και πού πηγαίνω», Σκέψεις, 194 ) ή ο Τολστόϊ ( « Αν το αναπόφευκτο τέλος δεν ήταν σήμερα θάρχοταν αύριο, σε τριάντα χρόνια..Τί σημασία είχε η στιγμή; …Εργάζομαι, έχω κάποιο σκοπό στη ζωή μου και ξεχνώ πως όλα τελειώνουν μια μέρα με τον θάνατο που είναι τόσο κοντά… Και τότε η ζωή του φάνηκε φοβερώτερη από τον θάνατο. Από πού έρχεται; Τί είναι; Ποιός είναι ο προορισμός της  αναρωτιέται ο Λιέβιν στην Άννα Καρένινα ). Είναι συγχρόνως και η αγωνία του απλού λαϊκού ανθρώπου που τραγουδά για τις « δυο πόρτες της ζωής», και δεν ξέρει τί κρύβεται πίσω τους. « Από πού ερχόμαστε και πού πάμε;», ρωτά ο Γκωγκέν στον γνωστό πίνακα, ενώ ο Ιερός Μπέντε ( 673- 735) περιγράφοντας την μεταστροφή του βασιλιά της Αγγλίας Έντουιν το 627 μ. Χ. ( Εκκλησιαστική Ιστορία του Αγγλικού Έθνους, ΙΙ, κεφ. ΧΙΙΙ ) βάζει στο στόμα του ειδωλολάτρη Αρχιερέα τα εξής εκπληκτικά λόγια : « Βασιλιά μου, η ζωή μας μοιάζει με το πέταγμα ενός πουλιού που κυνηγημένο από την καταιγίδα μπαίνει ξαφνικά μέσα στη μεγάλη αυτή αίθουσα, πετά για λίγο μέσα στο φως και τη θαλπωρή και ξαναβγαίνει στο σκοτάδι της νύχτας και τη λύσσα της καταιγίδας. Αν η νέα αυτή θρησκεία μπορεί να μας πληροφορήσει γι αυτό το σκοτάδι που μας περιβάλλει, τότε αξίζει να μάθουμε περισσότερα γι αυτήν»

.

 « Η αίσθηση ότι είμαστε μόνοι στο Σύμπαν, η λαχτάρα να επιβεβαιώσουμε και να κάνουμε αισθητή την παρουσία μας,, να ακούσουμε από κάπου μια φωνή ν΄ απαντά στη δική μας, να γεφυρώσουμε το χάσμα ανάμεσα σε μας και την πραγματικότητα, όλα αυτά είναι μέρος του μυστικού κι ανικανοποίητου Πόθου μας», σημειώνει ο Λιούις στο κείμενό μας. « Και σίγουρα, απ’ αυτήν την άποψη, η υπόσχεση της δόξας , με την ιδιαίτερη σημασία που δώσαμε στην έννοια της δόξας, έρχεται να ανταποκριθεί απόλυτα σ’ αυτόν τον εσωτερικό Πόθο. Γιατί Δόξα, όπως την περιγράψαμε, σημαίνει καλή γνώμη του Θεού για μας, αποδοχή από τον Θεό, ανταπόκριση, αναγνώριση, καλωσόρισμα μέσα στην καρδιά του Σύμπαντος. Η Πόρτα που χτυπούσαμε σ’ όλη μας τη ζωή επιτέλους θ’ ανοίξει.» 

Οικείοι του Θεού

             Η έννοια αυτή της Δόξας ως βαθύτερης αναγνώρισης και αποδοχής από τον Θεό ενισχύεται και συγκεκριμενοποιείται , σχολιάζει ο Lewis, με μια υπόσχεση της Καινής Διαθήκης που αρχικά ξαφνιάζει: « αυτός που αγαπά τον Θεό θα γνωριστεί απ’ Αυτόν» ( Α’ Κορινθ., 8, 3 ). Τί σημαίνει άραγε αυτό; Ο Lewis επικαλείται ένα από τα, κατά τη γνώμη μου, συγκλονιστικώτερα χωρία της Κ. Διαθήκης, το οποίο μας δίνει την αρνητική όψη αυτής της υπόσχεσης. Πρόκειται για την περίπτωση των ανθρώπων που κάποτε θ’ αντικρύσουν το Πρόσωπο του Θεού μόνο για ν’ ακούσουν τα παγερά λόγια « ουδέποτε έγνων υμάς, αποχωρείτε απ’ εμού οι εργαζόμενοι την ανομίαν» (Ματθ., 7, 23 ). Δεν νομίζω να υπάρχει πιστός που θα διαβάσει και θα στοχαστεί πάνω σ’ αυτά τα λόγια χωρίς να νιώσει ρίγος, χωρίς ν’ ακούσει τον φοβερό ήχο της πόρτας που κλείνει οριστικά.

Όταν η Πόρτα ανοίξει

             Και η άλλη παράσταση της Δόξας, η λαμπρότητα, το Φως, η εικόνα των δικαίων που λάμπουν σαν τον ήλιο; Πώς να καταλάβουμε αυτές τις εικόνες; « Τώρα βρισκόμαστε έξω, στη λάθος πλευρά της Πόρτας», λέει ο Lewis. Η ψυχή μας ευφραίνεται από τη μεγαλοπρέπεια, τη λαμπερή Ομορφιά, τη Δόξα της Δημιουργίας, συγχρόνως όμως νιώθουμε αποξενωμένοι απ’ αυτήν, η Ομορφιά του υλικού κόσμου δεν είναι σε                                                              

θέση να επηρεάσει και να μεταμορφώσει τη ζωή μας, εξακολουθεί να υφίσταται ανεξάρτητα και παράλληλα από τη δυστυχία και τα δεινά που έχει συσσωρεύσει στη γη μας η ανθρώπινη κακία, το Κακό που φωλιάζει στην ανθρώπινη καρδιά.

 

  Κάποτε όμως όλα αυτά θ’ αλλάξουν. « Κάποτε, όταν ο Θεός θελήσει, η Πόρτα θ’ ανοίξει και θα μπούμε μέσα . Οι ανθρώπινες ψυχές που θα τελειωθούν μέσα από την θεληματική υπακοή, όπως η άψυχη Φύση είναι τέλεια μέσα στην ασυνείδητη συμμόρφωσή της προς τα σχέδια του Δημιουργού, θα ντυθούν κάποτε τη Δόξα της, ή μάλλον θα ντυθούν αυτή τη μεγαλύτερη Δόξα, της οποίας η Φύση δεν είναι παρά ένα ατελές σκίτσο.» Ο Lewis σπεύδει να προλάβει όσους και τότε και τώρα θα ήταν πρόθυμοι να του καταλογίσουν παγανιστικές επιδράσεις – το ίδιο σπεύδω κι εγώ : « μη νομίσετε πως γυρεύω να προβάλω κάποια παγανιστική αντίληψη, ότι τάχα θα απορροφηθούμε από τη Μεγάλη Μητέρα Φύση. Όχι ! Η Φύση είναι πεπερασμένη, κάποτε θα έρθει το τέλος της. Εμείς θα ζήσουμε αιώνια. Όταν όλοι οι ήλιοι και οι γαλαξίες θά’ χουν πεθάνει, εσείς θα ζείτε. Η Φύση δεν είναι παρά η εικόνα, το σύμβολο. Είναι όμως το σύμβολο που η Γραφή με ενθαρρύνει να χρησιμοποιώ. Είμαστε προσκεκλημένοι να περάσουμε τελικά μέσα απ’ το πέπλο της Φύσης, πέρα απ’ αυτήν, να βρεθούμε μέσα στη Λαμπρή Δόξα που τώρα αυτή η Φύση απλώς αντανακλά».

      Πριν το στεφάνι ο σταυρός

 Θα περίμενε κανείς, η ομιλία, που – ο καθένας πιστεύω θα συμφωνούσε – κινήθηκε στη σφαίρα μιας απόλυτης ψυχικής ανάτασης, να κλείνει μ’ έναν ανάλογο επίλογο. Κι όμως ο συγγραφέας μας προσγειώνει σ’ αυτό που θεωρεί ότι προέχει : «Αύριο είναι Δευτέρα», λέει χαρακτηριστικά, « και πριν το στεφάνι έρχεται ο σταυρός». Έτσι η προσοχή του πιστού πρέπει να επικεντρώνεται στο καθημερινό βάδισμα στα ίχνη του Ιησού. Και την πιο κρίσιμη, πρακτική ένδειξη ότι είμαστε στον σωστό δρόμο θα πρέπει να την αναζητήσουμε στη σχέση μας με τον αδελφό μας, τον συνταξιδιώτη στον κοινό δρόμο. Τα λόγια και η ζωή του Κυρίου μας, οι προτροπές του Αγίου Πνεύματος στις Επιστολές, η Καινή Διαθήκη ολόκληρη δίνουν το μέτρο με το οποίο μπορούμε να κρίνουμε την πνευματική ποιότητα των σχέσεών μας  με τα υπόλοιπα μέλη του Σώματος του Χριστού. Υπάρχει ο κίνδυνος, επισημαίνει ο Lewis, να απορροφηθούμε από την προσδοκία της μελλοντικής μας Δόξας και να μη σκεφτόμαστε όσο πρέπει τη Δόξα που είναι δυνατόν να περιμένει τον « πλησίον» μας. « Θα πρέπει να κουβαλώ στην πλάτη το βάρος της Δόξας του διπλανού μου, ένα βάρος τόσο μεγάλο που μόνο η ταπείνωση μπορεί να σηκώσει, ένα βάρος ικανό να τσακίσει τη ράχη του υπερήφανου».

            …………………………………………………………………….

Και κάπου εδώ η περιδιάβασή μας θα πρέπει να τελειώσει. Ελπίζω τώρα ότι θα είναι αρκετοί οι αναγνώστες που θα συμφωνούν μαζί μου ότι το κείμενο αυτό άξιζε να γίνει γνωστό. Ελπίζω ακόμα όσοι μπορούν και θέλουν να κάνουν αυτό που πρέπει να γίνεται με κάθε κείμενο : να μη μείνουν μόνο στην παρουσίαση, αλλά να γνωρίσουν το ίδιο. Σε κάθε περίπτωση ,  ακριβό μας κέρδος μένει η υπόμνηση του « βάρους της Δόξας». Όχι, δεν είναι φτηνός , συμφεροντολογικός υπολογισμός η προσδοκία της Δόξας, δεν είναι εγωϊστικό να αγαλλόμαστε  στις υποσχέσεις του Θεού που διαγράφουν το Αιώνιο Μέλλον μας. Όλα αυτά αποτελούν την ίδια την ολοκλήρωση της ύπαρξής μας – « Η θέση σου στον ουρανό θα σου φανεί φτιαγμένη ειδικά για                                                               

σένα, γιατί εσύ είσαι φτιαγμένος γι’ αυτήν, βελονιά στη βελονιά, όπως το γάντι για το χέρι..», για να θυμηθούμε μια άλλη περίφημη φράση του Lewis από το «Πρόβλημα του Πόνου».

Τώρα η επίγεια οδοιπορία μας μπορεί να μοιάζει στενόχωρη και να είναι ανηφορική, όμως ο αληθινά πιστός δεν τη βλέπει και δεν τη βιώνει ποτέ σαν μια σχολαστική, κουραστική τήρηση εντολών και διατάξεων, δεν περνά τις μέρες του αναλογιζόμενος βλοσυρός και σκυθρωπός ( συχνά μ’ ένα παράπονο που επιμελώς φροντίζει να κρύβει), με πόση αυταπάρνηση παραμερίζει της επιθυμίες του. « Γνωρίζει» ότι η μαθητεία αυτή είναι προσωρινή, ότι τον οδηγεί τελικά  στην « φανέρωση των υιών του Θεού», σε μια Πραγματικότητα, όπου η Ηθική και ο Νόμος λειτουργούν σαν τους γλωσσικούς κανόνες για τον μαθητή, όταν αυτός έχει φτάσει πια στο σημείο να χαίρεται και να κατανοεί ένα λογοτεχνικό κείμενο, σαν τις τεχνικές απαιτήσεις ενός μουσικού έργου για τον καλλιτέχνη που έφτασε πια στην ωριμότητα. Οι κανόνες εξακολουθούν να υπάρχουν και να ισχύουν, όμως ο μαθητής τους χρησιμοποιεί και τους εφαρμόζει πια ασυνείδητα,  οι τεχνικές δυσκολίες του μουσικού κομματιού εξακολουθούν να βασανίζουν τον αρχάριο, όμως  ο καλλιτέχνης τις μεταχειρίζεται πια απλώς σαν μια από τις δυνατότητες έκφρασης και ερμηνείας που το συγκεκριμένο έργο του προσφέρει. Και οι δύο, μαθητής και μουσικός ,έχουν προχωρήσει πολύ μακρύτερα, σ’ ένα τελείως διαφορετικό επίπεδο.

 « Πιστεύω πως όλοι οι Χριστιανοί θα συμφωνούσαν μαζί μου», παρατηρεί ο Lewis στο πιο γνωστό ίσως έργο του : « Χριστιανισμός απλώς» ( Mere Christianity), « εάν έλεγα ότι, παρόλο που ο Χριστιανισμός φαίνεται καταρχάς να ενδιαφέρεται αποκλειστικά και μόνο για την ηθική, για καθήκοντα, κανόνες, αρετή κ.ο.κ., εντούτοις στη συνέχεια οδηγεί σε κάτι πέρα από όλα αυτά. Παίρνει μια γεύση κανείς μιας χώρας όπου οι άνθρωποι δεν μιλούν γι αυτά….Εκεί ο καθένας είναι πλημμυρισμένος  με ό,τι θα ονομάζαμε καλοσύνη, όπως ακριβώς ένας καθρέφτης είναι γεμάτος από φως. Δεν το ονομάζουν όμως καλωσύνη. Δεν χρησιμοποιούν γι’ αυτό κανένα όνομα .Είναι εντελώς απορροφημένοι στο να κοιτάζουν την Πηγή από την οποία προέρχεται. Αυτό το σημείο όμως βρίσκεται κοντά στο στάδιο όπου ο δρόμος περνά το κατώφλι του δικού μας κόσμου…».

 

             Διαβάστε μέρος του βιιβλίου            ΤΟ ΒΑΡΟΣ ΤΗΣ ΔΟΞΑΣ ΤΟΥ ΟΥΡΑΝΟΥ του C.S. Lewis  (Μετάφραση Γιούλικας Masry)          

 

 

 

 

 

                                                                                                 

            

Comments are closed.