ΤΑ ΓΥΑΛΙΑ ΤΗΣ ΣΟΦΙΑΣ

 

Η Σοφία λυπόταν τα κορίτσια που έπρεπε να φορούν γυαλιά. Κατά τη γνώμη της, αυτές που φορούσαν γυαλιά φαίνονταν σαν μικρομεγάλες γιαγιάδες.

Μερικές φορές κοιτούσε στον καθρέπτη το ωραίο της προσωπάκι και θεωρούσε τον εαυτό της τυχερό που δεν ήταν αναγκασμένη να φορέσει γυαλιά.

Ώσπου μια μέρα η δασκάλα την έστειλε σπίτι μ’ ένα σημείωμα για τη μητέρα της που έγραφε ότι θα έπρεπε να τη δει οφθαλμίατρος, γιατί δυσκολευόταν να βλέπει στον πίνακα. Τα νέα αυτά τη στενοχώρησαν πολύ.
–    Μην στενοχωριέσαι, δεν είναι δύσκολη η εξέταση και δεν πονάει καθόλου, τη βεβαίωσε η μητέρα, αφού διάβασε το σημείωμα.
–    Αλλά αν μου πει ο γιατρός να φορέσω γυαλιά; Όχι, αυτό δε γίνεται, είπε  η Σοφία κλαίγοντας.
–    Αυτό μονάχα ο οφθαλμίατρος μπορεί να μας το βεβαιώσει, είπε η μητέρα και προσπάθησε να την καθησυχάσει.

Έτσι πήγαν στο ιατρείο. Ο οφθαλμίατρος, αφού κουβέντιασε μαζί της, εξέτασε τα μάτια της χρησιμοποιώντας σύγχρονα μηχανήματα. Η Σοφία παραδέχτηκε ότι δεν πόνεσε καθόλου. Η ανησυχία της όμως μεγάλωσε όταν ο γιατρός άρχισε να βάζει στα μάτια της διάφορα γυαλιά και να της ζητάει να διαβάζει τα γράμματα στον απέναντι τοίχο.
Η Σοφία προσπαθούσε πολύ να διαβάσει και τα πιο μικρά γράμματα για να πείσει το γιατρό ότι δεν χρειάζεται γυαλιά. Εκείνος όμως συνέχιζε να δοκιμάζει κι άλλα, κι άλλα, σαν να ήθελε να της ταιριάξει ένα ζευγάρι γυαλιά οπωσδήποτε.
Επιτέλους η εξέταση τελείωσε. Η Σοφία έλπιζε πως ο γιατρός θα έλεγε ότι τα μάτια της ήταν λίγο κουρασμένα, αυτό ήταν όλο. Ο γιατρός στράφηκε στη μητέρα και είπε:
–    Κυρία μου. Η κόρη σας έχει πρόβλημα και θα πρέπει οπωσδήποτε να φορέσει γυαλιά. Αν θέλετε να τα παραγγείλετε, εγώ μπορώ να σας τα έχω έτοιμα σε πέντε μέρες. Η μητέρα συμφώνησε και βγήκε από το ιατρείο. Η Σοφία την ακολούθησε μουρμουρίζοντας.
–    Δε θα τα φορέσω. Σου το λέω, δε θα τα φορέσω.
–    Σοφία, μην κάνεις έτσι. Τα γυαλιά σου χρειάζονται και θα σε βοηθήσουν να βλέπεις καλύτερα και να μην έχεις συχνούς πονοκεφάλους.
–    Δε με νοιάζει. Καλύτερα να έχω πονοκέφαλο παρά να φορώ γυαλιά, είπε η Σοφία με πείσμα.
–    Η υγεία σου είναι πιο σημαντική από την εμφάνισή σου, αν και το πιστεύω πως θα φαίνεσαι πολύ ωραία και με τα γυαλιά, είπε η μητέρα.

Η Σοφία δεν άκουγε τίποτα. Το είχε βάλει στο μυαλό της ότι τα μισεί και δεν θέλει να τα φορέσει.
–    Αν ήξερα ποιος χαζός ήταν αυτός που τα εφεύρε… είπε η Σοφία με μανία.
–    Αυτό θα είναι μάλλον λίγο δύσκολο, Σοφία. Θα πρέπει να ταξιδέψεις πολλά – πολλά χρόνια πίσω. Έχω διαβάσει ότι πρώτοι οι Κινέζοι χρησιμοποίησαν τα γυαλιά. Οι νεότεροι τα φορούσαν για κόσμημα και οι μεγαλύτεροι για να βλέπουν καλύτερα, εξήγησε η μητέρα.
–    Μα εγώ δεν είμαι γιαγιά, αρπάχτηκε η Σοφία και ούτε τα γουστάρω για κόσμημα.

Οι πέντε μέρες αναμονής πέρασαν. Η Σοφία πήρε το κουτάκι και με τρεμάμενα χέρια το άνοιξε. Τι έκπληξη! Μόλις έβαλε τα γυαλιά στα μάτια, όλα γύρω τα έβλεπε τόσο πολύ καθαρά! Πήρε ένα βιβλίο για να διαβάσει. Τα γράμματα ξεχώριζαν και είχαν έντονο μαύρο χρώμα. Τα διάβαζε με ευκολία!
–    Μητέρα. Με τα γυαλιά όλα γύρω μου τα βλέπω καθαρά. Φώναξε με ενθουσιασμό. Και ήταν αλλιώτικα, γιατί πριν όλα τα έβλεπε θαμπά.

Η Σοφία ήταν τόσο συνεπαρμένη με τον καινούριο κόσμο που ανακάλυψε γύρω της που δεν της ένοιαζε πως φαινόταν με τα γυαλιά. Και όταν ύστερα από ώρες θυμήθηκε να κοιτάξει στον καθρέπτη, τότε είχε μια δεύτερη έκπληξη και φώναξε: Μητέρα. Δεν το φανταζόμουν ποτέ ότι θα φαινόμουν τόσο ωραία με τα γυαλιά !
Δόξα στο Θεό, για τα επιτεύγματα των ανθρώπων που καλυτερεύουν τη ζωή μας, όπως είναι τα γυαλιά που βοηθούν αυτούς που έχουν πρόβλημα με την όρασή τους.
Ξέρετε, παιδιά, ότι όλοι μας γεννιόμαστε με ένα σοβαρό πρόβλημα; Το πρόβλημα της πνευματικής μυωπίας, που δε διορθώνεται με γυαλιά, αλλά μόνο με την προσωπική μας γνωριμία με το Θεό, το Δημιουργό μας. «Αλήθεια, τώρα βλέπουμε τα πράγματα θαμπά, σαν μέσα από μεταλλικό καθρέπτη. Τότε όμως πρόσωπο με πρόσωπο θα δούμε το Θεό. Τώρα γνωρίζω μόνο ένα μέρος, τότε όμως θα γνωρίσω με πληρότητα, όπως ο Θεός μ’ έχει γνωρίσει» (Α΄ Κορινθίους 13:12).

ΘΑΛΕΙΑ Κ. ΓΕΩΡΓΟΥΒΕΛΑ

 


Αφήστε μια απάντηση