Ο ΠΕΤΡΟΣ ΠΑΙΡΝΕΙ ΜΙΑ ΣΟΒΑΡΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Το σπίτι τους έμοιαζε με νοσοκομείο, αφού τα τρία από τα τέσσερα παιδιά ήταν στο κρεβάτι με ιλαρά. Ο μικρός Πέτρος ήταν ο μόνος που δεν κόλλησε. Οι γονείς έκαναν ότι μπορούσαν για ν’ ανακουφίσουν τα άρρωστα παιδιά τους, δίχως ν’ ανησυχούν ιδιαίτερα, γιατί γνώριζαν ότι ήταν μια παιδική αρρώστια και σε λίγες μέρες θα περνούσε. Ώσπου, μια νύχτα το μεγαλύτερο παιδί τους πήγε προς το χειρότερο. Όλη τη νύχτα καιγόταν στον πυρετό και παραμιλούσε. Η μητέρα που ξενύχτησε πολλές βραδιές στο προσκέφαλό του τελικά αποφάσισε να ξυπνήσει τον πατέρα.

«Ίσως θα πρέπει να καλέσουμε γιατρό», του είπε ανήσυχη.

«Συμφωνώ. Δε μου αρέσει ο όψη του παιδιού μας», παραδέχτηκε ο πατέρας.

Έτσι, μέσα στην άγρια νύχτα κάλεσαν το γιατρό. Τα υπόλοιπα αδέλφια ήταν ξύπνια και παρακολουθούσαν την κάθε κίνηση των γονιών τους και μιλούσαν χαμηλόφωνα. Όσο τα παιδιά έβλεπαν την αγωνία ζωγραφισμένη στα πρόσωπα των γονιών τους, άλλο τόσο κι αυτά αγωνιούσαν και φοβόταν μήπως και πεθάνει ο αδελφός τους.

Ο Πέτρος υπεραγαπούσε τον μεγαλύτερό του αδελφό. Ήθελε να πάει κοντά του να του κάνει συντροφιά, όμως οι γονείς του δεν του το επέτρεπαν. Στενοχωριόταν και για τους γονείς του που τους έβλεπε να αγωνιούν και να περιμένουν το γιατρό. Τους φάνηκε όλους ότι πέρασε ένας αιώνας.

Επιτέλους, έφτασε ο γιατρός με την τσάντα στο χέρι. Τον οδήγησαν αμέσως στο παιδί. Το εξέτασε προσεχτικά και του έβαλε θερμόμετρο. Οι γονείς παρακολουθούσαν αμήχανα και περίμεναν τη διάγνωση.

Στο μεταξύ ο Πέτρος, κυριευμένος από αγωνία και περιέργεια, μπήκε αθόρυβα στο δωμάτιο και κρύφτηκε πίσω από τη σιφονιέρα. Εκεί είδε και άκουσε πράγματα που σημάδεψαν τη ζωή του. Είδε το γιατρό να μιλάει τον αδελφό του με καλοσύνη. Τον άκουσε να καθησυχάζει τους γονείς του. Τα λόγια του, σαν τις ηλιαχτίδες που διαπερνούσαν τα μαύρα σύννεφα, ύστερα από την καταιγίδα, φώτισαν τα σκυθρωπά πρόσωπά τους. Τη μέρα εκείνη ο Πέτρος πήρε μια σοβαρή απόφαση.

Όπως τα αγόρια της ηλικίας του σκέφτονται τι θα γίνουν όταν μεγαλώσουν, έτσι κι αυτός είχε διάφορα επαγγέλματα στο νου του. Όμως τώρα πήρε την στέρεη απόφαση να γίνει γιατρός. Όχι για να κάνει πολλά λεφτά, αλλά για να βοηθήσει τους ανθρώπους. Να ανακουφίσει τον πόνο τους και να τους δώσει ελπίδα για ζωή.

Τα χρόνια κύλησαν και γρήγορα ο Πέτρος μεγάλωσε, ποτέ όμως δεν ξέχασε εκείνη τη σκηνή και την απόφασή του. Όταν αργότερα ως φοιτητής της ιατρικής συναντούσε δυσκολίες και είχε τον πειρασμό να σταματήσει, θυμόταν εκείνον τον καλό γιατρό που βοήθησε τον αδελφό του και που ενθάρρυνε τους γονείς του και τότε έπαιρνε κουράγιο να συνεχίσει και να φτάσει στον σκοπό του.

Ύστερα από χρόνια σπουδών, έγινε γιατρός και με χαρά υπηρέτησε τους συνανθρώπους του. Όμως η ανήσυχη ψυχή του τον ωθούσε να προχωρήσει πιο πέρα και να βοηθήσει πιο πολλούς ανθρώπους. Έτσι, μπήκε στο χώρο της έρευνας και τα ευρήματά του βοήθησαν πολύ περισσότερους ανθρώπους. Έγινε ένας διακεκριμένος επιστήμονας κι έκανε χαρά και σκοπό της ζωής του την ανακούφιση των συνανθρώπων του.

Ίσως, κι εσύ παιδί μου, ν’ απορείς τι άραγε θα γίνεις όταν μεγαλώσεις. Συμβουλέψου τους γονείς σου. Διάλεξε αυτό που θα σου δώσει κίνητρα να γίνεις χρήσιμος στους άλλους. Υπάρχει πολλή χαρά και ικανοποίηση στην εργασία, όταν αυτή γίνεται σύμφωνα με τις υποδείξεις του Λόγου του Θεού: «Όποια εργασία κάνετε να την κάνετε με την καρδιά σας, σαν να δουλεύετε για τον Κύριο κι όχι για ανθρώπους» (Κολοσσαείς 3:23).

 

ΘΑΛΕΙΑ Κ. ΓΕΩΡΓΟΥΒΕΛΑ

Θεσσαλονίκη


Αφήστε μια απάντηση