Ανόθευτος Χριστιανισμός- το Πιστεύω των Χριστιανών

του C. S. Lewis.  Mετάφραση: Δρ Γιούλικα Κ. Masry

TO ΠΙΣΤΕΥΩ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ 

1. ΟΙ ΑΝΤΙΚΡΟΥΟΜΕΝΕΣ ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ ΑΝΤΙΛΗΨΕΙΣ

Μου έχει ζητηθεί να αναπτύξω τι πιστεύουν οι χριστιανοί και θ’ αρχίσω εκθέτοντας τι δεν χρειάζεται να πιστεύουν. Αν είστε χριστιανός, δεν χρειάζεται να πιστεύετε πως όλες οι άλλες θρησκείες απλά είναι πέρα για πέρα λανθασμένες. Αν όμως είστε άθεος, είστε υποχρεωμένος να πιστεύετε ότι, στη  βάση τους, όλες ανεξαιρέτως οι θρησκείες του κόσμου κάπου κάνουν ένα τεράστιο λάθος. Αν είστε χριστιανός είστε ελεύθερος να πιστεύετε πως όλες οι άλλες θρησκείες, ακόμα και οι πιο παράδοξες, περιέχουν τουλάχιστον μια δόση αλήθειας. Όταν ήμουν άθεος έπρεπε να προσπαθώ να πείσω τον εαυτό μου ότι τα περισσότερα μέλη του ανθρώπινου γένους έχουν συστηματικά κάνει λάθος ως προς το θέμα εκείνο που έχει γιαυτά τη μεγαλύτερη σπουδαιότητα. Όταν έγινα χριστιανός μπορούσα να πάρω μια πιο φιλελεύθερη στάση απέναντι στο ζήτημα. Βέβαια το να είναι κανείς χριστιανός συνεπάγεται ότι πιστεύει πως, όπου ο χριστιανισμός διαφέρει από τις άλλες θρησκείες, είναι ο χριστιανισμός που έχει δίκιο και οι άλλες θρησκείες άδικο. Όπως ακριβώς και στην αριθμητική που υπάρχει μία μόνο απάντηση η οποία είναι σωστή αναφορικά με το σύνολο και όλες οι άλλες είναι εσφαλμένες. Μερικές όμως από τις λάθος απαντήσεις πλησιάζουν περισσότερο από άλλες στη σωστή.

Η πρώτη μεγάλη υποδιαίρεση της ανθρωπότητας είναι η υποδιαίρεση στην πλειοψηφία η οποία πιστεύει σε κάποιο είδος Θεού ή θεών και στη μειοψηφία που δεν πιστεύει. Εδώ ο χριστιανισμός συγκαταλέγεται μεταξύ των θρησκειών της πλειοψηφίας—θρησκειών όπως η αρχαία ελληνική, η ρωμαϊκή, οι θρησκείες των αγρίων της σημερινής εποχής, η θρησκεία των στωικών, των πλατωνικών, των ινδουιστών, των οπαδών του Μωάμεθ κλπ.—σε αντίθεση δηλαδή με τα πιστεύω του σύγχρονου δυτικοευρωπαϊκού υλισμού.

Τώρα προχωρώ στη δεύτερη μεγάλη υποδιαίρεση. Οι άνθρωποι που πιστεύουν στο Θεό μπορούν να χωριστούν σε υποκατηγορίες ανάλογα με το σε τι Θεό πιστεύουν. Υπάρχουν δύο διαφορετικές γνώμες πάνω σ’ αυτό: Η μία είναι ότι ο Θεός είναι πέρα απ’ το καλό και το κακό. Εμείς οι άνθρωποι αποκαλούμε το ένα πράγμα καλό και το άλλο κακό. Σύμφωνα όμως με μερικούς αυτό δεν είναι παρά η δική μας ανθρώπινη άποψη. Οι άνθρωποι αυτοί θα ισχυρίζονταν ότι, όσο περισσότερο ωριμάζεις και γίνεσαι σοφότερος, τόσο λιγότερο θα επιθυμείς να θεωρείς το ένα πράγμα καλό και το άλλο κακό. Αντίθετα, θα βλέπεις ότι το καθετί είναι καλό από μιας πλευράς και κακό από άλλης και ότι τελικά τίποτε δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό απ’ αυτό που είναι. Συνεπώς, οι άνθρωποι αυτοί τείνουν να πιστεύουν πως, πολύ πριν φτάσεις στην έννοια του θείου, η διάκριση ανάμεσα στο καλό και στο κακό έχει ήδη καταργηθεί. Λέμε τον καρκίνο «κακό» γιατί σκοτώνει τον άνθρωπο, θα έλεγαν. Αλλά μπορεί εξίσου να αποκαλέσει κανείς έναν καλό χειρούργο «κακό» επειδή σκότωσε έναν καρκίνο. Τα πάντα εξαρτώνται απ’ την οπτική γωνία που βλέπεις το ζήτημα. Η άλλη και εκ διαμέτρου αντίθετη άποψη είναι πως  ο Θεός είναι αναμφισβήτητα «αγαθός» και «δίκαιος», ένας Θεός που παίρνει το μέρος του καλού, λατρεύει την αγάπη και μισεί το φθόνο, θέλει να συμπεριφέρεται κατά έναν ορισμένο τρόπο και όχι κατά άλλον. Η πρώτη απ’ αυτές τις απόψεις—εκείνη που θεωρεί ότι ο Θεός είναι πέρα απ’ το καλό και το κακό—λέγεται πανθεϊσμός. Την υποστήριζε ο μεγάλος Πρώσος φιλόσοφος Χέγκελ και, καθόσον γνωρίζω, την υποστηρίζουν και οι ινδουιστές. Η άλλη άποψη είναι εκείνη που έχουν οι εβραίοι, οι μωαμεθανοί και οι χριστιανοί.

Με αυτή τη μεγάλη διαφορά μεταξύ πανθεϊσμού και χριστιανικής αντίληψης για το Θεό συνήθως πάει και μια άλλη: Οι πανθεϊστές πιστεύουν ότι κατά κάποιον τρόπο ο Θεός δίνει ψυχή στο σύμπαν, έτσι όπως ο άνθρωπος εμψυχώνει το σώμα, κι ότι το σύμπαν περίπου είναι Θεός, έτσι ώστε, αν το σύμπαν δεν υπήρχε, ούτε κι ο Θεός θα υπήρχε, καθώς επίσης κι ότι καθετί που βρίσκεται στο σύμπαν είναι ένα κομμάτι του Θεού. Η χριστιανική αντίληψη είναι τελείως διαφορετική απ’ αυτή. Ο χριστιανισμός θεωρεί ότι ο Θεός επινόησε και έπλασε το σύμπαν—έτσι όπως ένας άνθρωπος φτιάνει έναν πίνακα ή συνθέτει μια μουσική. Ο ζωγράφος δεν είναι ο πίνακάς του και δεν πεθαίνει αν το έργο του καταστραφεί. Μπορούμε να πούμε κάτι σαν «έχει βάλει πολύ από τον εαυτό του μέσα σ’ αυτό το έργο», αλλά το μόνο που εννοούμε είναι πως όλη η ομορφιά και το ενδιαφέρον του για τον πίνακα έχει βγει απ’ αυτόν τον ίδιο, από το μυαλό του. Η δεξιότητά του δεν υπάρχει στον πίνακα με τον ίδιο τρόπο που υπάρχει μες στο κεφάλι του ή έστω και στο χέρι του. Ελπίζω ότι διακρίνετε πώς αυτή η διαφορά μεταξύ πανθεϊστών και χριστιανών συμβαδίζει με την άλλη. Αν δεν παίρνει κανείς στα σοβαρά τη διάκριση μεταξύ καλού και κακού, τότε είναι εύκολο να πει ότι το καθετί που βρίσκεται σ’ αυτό τον κόσμο είναι ένα κομμάτι του Θεού. Αν όμως θεωρεί κανείς μερικά πράγματα ως κακά και το Θεό ως καλό, τότε δεν μπορεί να μιλάει μ’ αυτό τον τρόπο. Πρέπει να βλέπει κανείς το Θεό σαν κάτι το ξεχωριστό από τον κόσμο και ότι κάποια απ’ τα πράγματα που παρατηρούμε στον κόσμο είναι αντίθετα με το θέλημά Του. Όταν ο πανθεϊστής έρθει αντιμέτωπος μ’ έναν καρκίνο ή με μια αποτρόπαιη φτωχογειτονιά μπορεί να πει, «Αν έβλεπες όμως το θέμα από μια άλλη σκοπιά, θα συνειδητοποιούσες πως κι αυτό είναι κάτι καλό». Ο χριστιανός όμως απαντά, «Μη λες επικατάρατες[1] ανοησίες». Γιατί ο χριστιανισμός δεν είναι μια απαθής αλλά μια μαχόμενη θρησκεία. Πιστεύει ότι ο Θεός έπλασε τον κόσμο—ότι ο χώρος και ο χρόνος, το κρύο και η ζέστη, όλα τα χρώματα και οι γεύσεις, όλα τα ζώα και τα φυτά είναι δημιουργήματα που ο Θεός «τα έβγαλε απ’ το κεφάλι Του», το ίδιο όπως ο άνθρωπος πλάθει μια ιστορία με το νου του. Πιστεύει όμως επίσης ότι πάρα πολλά πράγματα πήγαν στραβά στον κόσμο τον οποίο έπλασε ο Θεός και που ο Ίδιος ο Θεός επιμένει έντονα ότι πρέπει να επαναφέρουμε σε τάξη.

Αυτό βέβαια οδηγεί σ’ ένα πολύ μεγάλο ερώτημα: Αν τον κόσμο τον έπλασε ένας καλός Θεός, πώς έγινε και εξόκειλε; Για πολλά χρόνια αρνιόμουν ν’ ακούσω τις απαντήσεις των χριστιανών σ’ αυτό το ερώτημα γιατί επέμενα να ισχυρίζομαι πως ό,τι και να’λεγαν και οσοδήποτε ευφυή και να ήταν τα επιχειρήματά τους, δεν είναι πολύ πιο εύκολο να πει κανείς ότι τον κόσμο δεν τον έπλασε μια νουνεχής δύναμη;  Και δεν είναι άραγε όλα αυτά τα επιχειρήματα απλά και μόνο μια περίπλοκη προσπάθεια να αποφύγουμε το προφανές; Τότε όμως εκείνοι μ’ έφερναν αντιμέτωπο με μια άλλη δυσκολία.

Το επιχείρημά μου κατά του Θεού ήταν ότι το σύμπαν έμοιαζε να είναι πολύ σκληρό και άδικο. Πώς όμως έφτασα στην κρίση για το ποιο είναι δίκαιο και ποιο άδικο; Δεν αποκαλεί κανείς μια γραμμή στραβή αν δεν έχει υπόψη του τι σημαίνει ίσια γραμμή. Με τι σύγκρινα λοιπόν εγώ τον κόσμο λέγοντας ότι είναι άδικος; Κι αν τα πάντα, απ’ το Άλφα ως το Ωμέγα, είναι έτσι κακά και κατά κάποιον τρόπο τυχάρπαστα, πώς έγινε και εγώ—που υποτίθεται ότι είμαι μέρος αυτής της κάστας—νιώθω τέτοια έντονη αντίδραση απέναντι σ’ αυτά; Ο άνθρωπος αισθάνεται βρεγμένος όταν πέσει στο νερό επειδή δεν είναι ένας οργανισμός που ζει στο νερό. Το ψάρι, αντίθετα, δεν αισθάνεται ποτέ βρεγμένο. Βέβαια, θα μπορούσα να εγκαταλείψω την περί δικαιοσύνης ιδέα μου λέγοντας ότι δεν είναι τίποτε παραπάνω από μια δική μου προσωπική δοξασία. Αν όμως έκανα κάτι τέτοιο, τότε το επιχείρημά μου κατά του Θεού επίσης θα καταρριπτόταν—διότι το επιχείρημα απλά έλεγε πως ο κόσμος ήταν αντικειμενικά άδικος, όχι πως δεν ικανοποιούσε τις δικές μου ιδιοσυγκρασιακές  προτιμήσεις. Έτσι, στην προσπάθεια ακριβώς να αποδείξω ότι ο Θεός δεν υπάρχει κι ότι το όλο σύμπαν ήταν χωρίς νόημα, υποχρεώθηκα να υποθέσω ότι ένα μέρος της πραγματικότητας, η περί δικαίου ιδέα μου, ακουγόταν πολύ λογική. Συνεπώς, η αθεΐα καταλήγει να είναι κάτι το υπερβολικά απλοϊκό. Αν το σύμπαν ολόκληρο δεν έχει νόημα, δεν θα έπρεπε ποτέ να είχαμε ανακαλύψει αυτή την έλλειψη νοήματος! Το ίδιο όπως και αν δεν υπήρχε φως στο σύμπαν—και κατά συνέπεια ούτε ζωντανοί οργανισμοί με μάτια—, δεν θα ξέραμε ποτέ πως υπάρχει σκοτάδι. Το σκοτάδι θα ήταν απλά μια έννοια δίχως νόημα.

 2. Η ΕΙΣΒΟΛΗ

 Καλά λοιπόν, πολύ καλά, η αθεΐα είναι πολύ απλοϊκό σχήμα. Θα σας πω όμως κι ένα ακόμα σχήμα που είναι εξίσου απλοϊκό. Είναι η άποψη που εγώ ονομάζω ‘νοθευμένος χριστιανισμός’, η άποψη που απλά λέει ότι υπάρχει ένας καλός Θεός στον Ουρανό κι όλα είναι μια χαρά—κάτι που αφήνει έξω όλα τα δύσκολα και τρομερά πιστεύω για αμαρτία-κόλαση-σατανά, καθώς βέβαια και τη λύτρωση. Και οι δύο αυτές φιλοσοφικές τοποθετήσεις είναι παιδαριώδεις.

Δεν είναι σωστό ν’ αναζητούμε μια θρησκεία που είναι απλή. Στο κάτω κάτω, η πραγματικότητα δεν είναι απλή. Φαίνεται απλή, αλλά δεν είναι. Το τραπέζι πάνω στο οποίο κάθομαι φαίνεται απλό, αλλά για ρώτα έναν επιστήμονα να δεις τι θα σου πει σχετικά με το πώς είναι φτιαγμένο—όλα όσα αφορούν τα άτομα από τα οποία αποτελείται και για το πώς τα κύματα του φωτός αντανακλώνται απ’ αυτά και πέφτουν πάνω στο μάτι μου, για το τι κάνουν στο οπτικό νεύρο και τι κάνει εκείνο με τη σειρά του στο δικό μου εγκέφαλο—οπότε βέβαια ανακαλύπτεις πως η φράση «βλέπω ένα τραπέζι» τελικά σε μεταφέρει σε χώρες μυστηρίου και δυσκολιών που δύσκολα βρίσκεις άκρη. Ένα παιδί που λέει μια παιδική προσευχή φαίνεται κάτι το απλό. Κι αν είσαι διατεθειμένος να σταματήσεις ως εδώ, όλα καλά και ωραία. Αν όμως δεν είσαι—και ο σύγχρονος κόσμος συνήθως δεν είναι—, τότε πρέπει να’σαι έτοιμος ν’ ανακαλύψεις κάτι δύσκολο. Αν αναζητούμε κάτι παραπάνω απ’ το απλό, τότε είναι ανόητο να παραπονούμαστε που αυτό το κάτι παραπάνω δεν είναι απλό.

Ωστόσο, πολύ συχνά αυτή ακριβώς η ανόητη διαδικασία υιοθετείται από ανθρώπους που δεν είναι καθόλου ανόητοι, αλλά που συνειδητά ή υποσυνείδητα επιδιώκουν να καταστρέψουν το χριστιανισμό. Αυτού του είδους οι άνθρωποι υιοθετούν ένα χριστιανισμό που είναι παιδαριώδης και μετά χρησιμοποιούν αυτή την εκδοχή για να εκτοξεύσουν τις επιθέσεις τους εναντίον του. Και όταν προσπαθήσεις να τους εξηγήσεις το χριστιανισμό έτσι όπως τον πιστεύει ένας μυημένος ενήλικας, τότε παραπονούνται ότι τους ζαλίζεις το κεφάλι κι ότι το όλο θέμα είναι πολύ μπερδεμένο κι αν πραγματικά υπήρχε Θεός, είναι σίγουροι ότι θα έκανε τη «θρησκεία» κάτι το πολύ απλό, γιατί η απλότητα είναι ομορφιά κλπ. κλπ. Πρέπει να είναι προσεκτικός κανείς με τέτοιους ανθρώπους, γιατί αλλάζουν αφετηρία σκέψης κάθε λεπτό και σε κάνουν να χάνεις το χρόνο σου μαζί τους. Ας προσέξουμε επίσης και την πρότασή τους ότι ο Θεός «κάνει τη θρησκεία απλή». Λες κι η θρησκεία ήταν κάτι που ο Θεός το επινόησε και όχι η αναγγελία Του σε μας μερικών εξαιρετικά αμετάβλητων χαρακτηριστικών της δικής Του φύσης!

Εκτός του ότι η πραγματικότητα είναι περίπλοκη, όπως εγώ την έχω πειραματιστεί, συνήθως είναι και παράξενη. Δεν είναι ‘νοικοκυρεμένη’, ούτε προφανής, ούτε συνίσταται σ’ εκείνο που θα ήταν αναμενόμενο. Για παράδειγμα, όταν έχετε συλλάβει ότι η γη και οι άλλοι πλανήτες περιστρέφονται γύρω απ’ τον ήλιο, κανονικά θα περιμένατε πως όλοι οι πλανήτες είναι έτσι φτιαγμένοι ώστε να έχουν αντιστοιχία—να έχουν, ας πούμε, όλοι την ίδια απόσταση ο ένας απ’ τον άλλο ή κανονικά αυξανόμενες αποστάσεις ή να έχουν όλοι το ίδιο μέγεθος ή τουλάχιστον να αυξάνονται ή να μειώνονται σε μέγεθος καθώς μικραίνει η απόστασή τους από τον ήλιο. Στην πραγματικότητα όμως δεν μπορεί κανείς να βρει μέτρο ή αιτία (όσο μπορούμε να δούμε) ούτε για τα μεγέθη τους ούτε για την απόστασή τους. Μερικοί απ’ αυτούς έχουν μία σελήνη, ένας έχει τέσσερις, ένας δύο, μερικοί καμία και άλλοι έχουν ένα δακτύλιο.

Η πραγματικότητα μάλιστα είναι συνήθως κάτι που δεν θα μπορούσατε ποτέ να υποθέσετε. Αυτός είναι ένας απ’ τους λόγους που πιστεύω στο χριστιανισμό: Επειδή είναι μια θρησκεία που δεν θα μπορούσε κανείς ποτέ να την είχε μαντέψει. Αν μας πρόσφερε το είδος του κόσμου που όλοι περιμέναμε, θα υπέθετα ότι τον επινοήσαμε. Όμως δεν είναι εκείνο που ο καθένας θα μπορούσε να επινοήσει. Αντίθετα, έχει ακριβώς εκείνο τον αέρα του παράξενου που έχουν όλα τα αληθινά πράγματα. Γι’ αυτό ας εγκαταλείψουμε όλες αυτές τις παιδαριώδεις φιλοσοφίες και τις εξαιρετικά απλοποιημένες απαντήσεις τους. Το πρόβλημα δεν είναι απλό, οπότε ούτε κι η απάντηση θα είναι απλή.

Ποιο είναι όμως το πρόβλημα; Ένας κόσμος ο οποίος περιέχει πολλά τα οποία εμφανώς είναι κακά και δίχως νόημα, αλλά ο οποίος περιέχει επίσης και πλάσματα σαν εσάς κι εμένα τα οποία γνωρίζουν ότι ο κόσμος είναι κακός και δίχως νόημα. Υπάρχουν δύο μόνο απόψεις οι οποίες μπορούν να αγκαλιάσουν το όλο ζήτημα. Η μία είναι η χριστιανική άποψη ότι ο κόσμος είναι καλός, αλλά κάτι κακό συνέβη στην πορεία, ενώ ο άνθρωπος διατηρεί ακόμα την ανάμνηση του πώς θα έπρεπε να είναι. Η άλλη είναι η άποψη που λέγεται δυισμός. Ο δυισμός πιστεύει ότι πίσω απ’ το καθετί υπάρχουν δύο ισοδύναμες και ανεξάρτητες η μία απ’ την άλλη δυνάμεις—η μία καλή και η άλλη κακή—κι ο κόσμος είναι το πεδίο μάχης στο οποίο οι δύο αυτές δυνάμεις μάχονται έναν ατέλειωτο πόλεμο. Προσωπικά νομίζω ότι, μετά το χριστιανισμό, ο δυισμός είναι η πιο αντρίκια και με νόημα πίστη που υπάρχει. Έχει όμως κάπου ένα τρωτό σημείο.

Οι δύο αυτές δυνάμεις (ή πνεύματα ή θεοί), η καλή και η κακή, υποτίθεται ότι είναι ανεξάρτητες η μία απ’ την άλλη. Υπήρχαν ανέκαθεν και οι δύο. Καμιά απ’ τις δύο δεν δημιούργησε την άλλη, καμιά απ’ τις δύο δεν έχει το δικαίωμα να αποκαλεί τον εαυτό της «Θεό». Προφανώς η κάθε μία θεωρεί ότι εκείνη είναι η καλή ενώ η άλλη η κακή. Η μία απ’ αυτές αρέσκεται στο μίσος και τη σκληρότητα, ενώ η άλλη στην αγάπη και το έλεος. Τι εννοούμε όμως όταν ονομάζουμε τη μία δύναμη «καλή» και την άλλη «κακή»; Είτε εννοούμε ότι τυχαίνει εμείς προσωπικά να προτιμάμε τη μία απ’ την άλλη—όπως για παράδειγμα προτιμάμε τη μπίρα από τ’ αναψυκτικά—είτε ότι, ανεξάρτητα του τι πιστεύουν η μία για την άλλη αυτές οι δυνάμεις, και ανεξάρτητα του τι εμείς οι άνθρωποι τυχαίνει εκάστοτε να προτιμάμε, η μία απ’ τις δύο σφάλλει, κάνει μεγάλο λάθος να θεωρεί τον εαυτό της ως την καλή δύναμη. Τώρα αν νομίζουμε ότι απλά και μόνο τυχαίνει να προτιμάμε εμείς την πρώτη, τότε πρέπει να πάψουμε τελείως να μιλάμε για το καλό και το κακό. Γιατί «καλό» σημαίνει εκείνο που θα έπρεπε να προτιμά κανείς, ανεξάρτητα απ’ το τι προτιμά τη συγκεκριμένη στιγμή. Εάν «καλό» σήμαινε απλά και μόνο να πηγαίνεις με το μέρος της πλευράς εκείνης που εκάστοτε ευνοείς, χωρίς να υπάρχει κάποιος αντικειμενικός λόγος, τότε αυτό δεν θ’ άξιζε να ονομάζεται «καλό». Θα πρέπει λοιπόν να εννοούμε ότι η μία απ’ αυτές τις δύο δυνάμεις είναι και αντικειμενικά κακή ενώ η άλλη και αντικειμενικά καλή.

Άπαξ όμως και πείτε κάτι τέτοιο εισάγετε στον κόσμο ένα τρίτο ανεξάρτητο στοιχείο που είναι άλλο απ’ τις δύο δυνάμεις: Κάποιο νόμο ή γνώμονα ή κανόνα του «καλού» με τον οποίο η μία δύναμη συμμορφώνεται ενώ η άλλη δεν συμμορφώνεται. Αφού όμως και οι δύο δυνάμεις κρίνονται με τον ίδιο γνώμονα, τότε αυτός ο γνώμονας, ή το Όν το οποίο τον έφτιαξε, είναι προγενέστερος και ισχυρότερος και από τις δύο δυνάμεις και αυτό θα είναι ο Αληθινός Θεός. Μάλιστα δε το ότι τη μία την αποκαλούσαμε δύναμη του «καλού» και την άλλη δύναμη του «κακού» δεν σημαίνει τίποτε λιγότερο απ’ το ότι η μία απ’ αυτές έχει τη σωστή σχέση με τον πραγματικό Θεό ενώ η άλλη έχει αποκλίνουσα σχέση απ’ Αυτόν.

Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγουμε κι από έναν άλλο δρόμο. Αν ο δυισμός είναι μια σωστή θεωρία, τότε η κακή δύναμη πρέπει να είναι ένα ον που αρέσκεται στο κακό απλά και μόνο επειδή είναι κακό. Στην πραγματικότητα όμως δεν έχουμε καμιά απόδειξη ότι κάποιος αγαπά το κακό απλά και μόνο επειδή είναι κακό. Το πλησιέστερο που μπορούμε να βρούμε σ’ αυτό είναι η περίπτωση της σκληρότητας. Στη ζωή όμως οι άνθρωποι είναι σκληροί για έναν απ’ τους δύο παρακάτω λόγους: ή επειδή είναι σαδιστές, έχουν δηλαδή μια σεξουαλική διαστροφή η οποία κάνει τη σκληρότητα πηγή αισθησιακής ικανοποίησης γι’ αυτούς, ή για χάρη κάποιας ωφέλειας που θα αντλούσαν απ’ αυτή—χρήματα, δύναμη ή ένα αίσθημα οντολογικής ασφάλειας. Αλλά η αισθησιακή ικανοποίηση, τα χρήματα, η δύναμη και η οντολογική ασφάλεια είναι όλα καλά πράγματα, τουλάχιστον κατά ένα μέτρο. Η κακότης τους οφείλεται στο ότι επιδιώκονται με κακές μεθόδους ή με λάθος τρόπο ή καθ’ υπερβολή. Δεν εννοώ βέβαια μ’ αυτό ότι εκείνοι που επιδιώκουν τη σκληρότητα δεν είναι φοβερά κακοί. Εννοώ ότι η σκληρότητα, αν την καλοεξετάσεις, είναι σε τελευταία ανάλυση η επιδίωξη του καλού με κακό τρόπο. Γιατί μπορεί μεν να είσαι καλός απλά και μόνο για χάρη του καλού, αλλά δεν μπορεί να είσαι κακός μόνο και μόνο για χάρη του κακού. Μπορείς να κάνεις μια ευγενική πράξη ακόμα κι όταν δεν αισθάνεσαι ευγενικός ή όταν αυτό δεν σου δίνει καμία ευχαρίστηση—απλά και μόνο επειδή το να κάνεις το καλό είναι το σωστό. Κανείς όμως ποτέ δεν έκανε μια σκληρή πράξη απλά και μόνο επειδή η σκληρότητα δεν είναι το σωστό—το έκανε μόνο και μόνο επειδή η σκληρότητα τού ήταν ευχάριστη ή χρήσιμη. Με άλλα λόγια το κακό δεν μπορεί να επιτύχει ούτε και στο να είναι κακό, το ίδιο όπως μπορεί να επιτύχει το καλό στο να είναι καλό. Δηλαδή το καλό είναι αυθυπόστατα καλό, καλό από μόνο του, ενώ το κακό δεν είναι παρά καλό που «έχει χαλάσει». Και για να χαλάσει κάτι θα πρέπει πρώτα να ήταν καλό και να μην ήταν χαλασμένο. Ονομάζουμε το σαδισμό σεξουαλική διαστροφή. Πρέπει όμως πρώτα να έχει κανείς μια ιδέα για το τι είναι η φυσιολογική σεξουαλικότητα πριν αρχίσει να μιλάει για διαστροφή. Και συνειδητοποιεί ποια είναι η διαστροφή ακριβώς επειδή μπορεί να διακρίνει σε τι διαφέρει απ’ το φυσιολογικό, αλλά δεν μπορεί να συνάγει το φυσιολογικό από το διεστραμμένο. Συνεπώς, αυτή η δύναμη του κακού, που υποτίθεται ότι είναι ισοδύναμη με τη δύναμη του καλού, κι αυτή η αγάπη για το κακό, έτσι όπως η καλή δύναμη αγαπάει το καλό, είναι μια απάτη. Για να είναι κανείς κακός θα πρέπει να έχει καλά πράγματα στο νου του τα οποία επιθυμεί και στη συνέχεια να τα επιδιώκει με λάθος τρόπο. Πρέπει να έχει ένστικτα που να ήταν αρχικά καλά, έτσι ώστε να έχει μπορέσει μετά να τα διαστρέψει. Αν είναι εξαρχής κακός δεν μπορεί να έχει ούτε καλά πράγματα, τα οποία να επιθυμεί, ούτε καλά ένστικτα τα οποία να διαστρέφει. Και τα δύο αυτά θα πρέπει να τα παίρνει από την καλή δύναμη. Οπότε η κακή δύναμη δεν είναι αυτόνομη και ανεξάρτητη. Είναι τμήμα της δημιουργίας της καλής δύναμης. Δημιουργήθηκε είτε από την καλή δύναμη αυτή καθαυτή είτε από κάποια δύναμη υπεράνω και των δυο τους.

Ας το θέσουμε όμως ακόμα πιο απλά το ζήτημα. Για να είναι κανείς κακός πρέπει πρώτα απ’ όλα να υπάρχει, να έχει ευφυΐα και να έχει θέληση. Όμως η ύπαρξη, η θέληση είναι καλά πράγματα αυτά καθαυτά. Θα πρέπει λοιπόν αυτά να τα παίρνει από την καλή δύναμη. Ακόμα και για να είναι κανείς κακός θα πρέπει να δανειστεί ή να κλέψει απ’ τον αντίπαλό του. Βλέπετε λοιπόν γιατί ο χριστιανισμός πάντα ισχυριζόταν ότι ο διάβολος είναι άγγελος ο οποίος ξέπεσε; Αυτό δεν είναι απλά μια ιστορία για παιδιά. Είναι μια διαπίστωση ότι το κακό είναι παράσιτο και όχι το κυρίως φυτό. Οι δυνάμεις που επιτρέπουν στο κακό να συνεχίζεται είναι δυνάμεις που του έχουν δοθεί από το καλό. Όλα όσα επιτρέπουν σ’ έναν κακό άνθρωπο να είναι αποτελεσματικά κακός είναι πράγματα τα οποία αυτά καθαυτά είναι καλά—αποφασιστικότητα, εξυπνάδα, καλή εμφάνιση, αυτή η ίδια η ύπαρξη. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο δυισμός, με τη στενή του όρου έννοια, δεν μπορεί να λειτουργήσει.

Ωστόσο, ομολογώ ανοιχτά ότι ο πραγματικός χριστιανισμός (σε αντίθεση με το ‘νοθευμένο χριστιανισμό’) προσεγγίζει περισσότερο το δυισμό απ’ ό,τι φαντάζονται οι άνθρωποι. Ένα από τα πράγματα που με εξέπληξε όταν πρωτοδιάβασα την Καινή Διαθήκη με σοβαρότητα ήταν ότι μιλούσε τόσο πολύ για τη δύναμη του σκότους στον κόσμο—ένα εξαιρετικά κακό πνεύμα που θεωρείτο ότι είναι η δύναμη πίσω από το θάνατο και την αρρώστια και πίσω απ’ την αμαρτία . Η διαφορά είναι ότι ο χριστιανισμός πιστεύει ότι η δύναμη αυτή δημιουργήθηκε από το Θεό και αρχικά ήταν καλή αλλά κατόπιν χάλασε. Ο χριστιανισμός συμφωνεί με το δυισμό ότι ο κόσμος βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Μόνο που δεν πιστεύει ότι πρόκειται για πόλεμο μεταξύ αυτόνομων και ανεξάρτητων δυνάμεων. Θεωρεί ότι πρόκειται για εμφύλιο πόλεμο, για επανάσταση κι ότι ζούμε στο τμήμα εκείνο του κόσμου το οποίο κατέχεται από τις επαναστατικές δυνάμεις.

Ο κόσμος είναι λοιπόν «κατεχόμενα από τον εχθρό εδάφη». Ο χριστιανισμός είναι η ιστορία για το πώς ο νόμιμος βασιλιάς εισέβαλε—θα μπορούσε κανείς να πει μεταμφιεσμένος—και μας καλεί όλους να πάρουμε μέρος σε μια εξέγερση για την ανατροπή του ισχύοντος επαναστατικού καθεστώτος. Όταν πάμε στην εκκλησία αυτό που κάνουμε στην πραγματικότητα είναι να ‘κρυφακούμε’ το μυστικό ασύρματο των ‘συμμάχων’. Γι’ αυτό ακριβώς ο εχθρός αγωνίζεται να μας εμποδίσει να πάμε. Και το κάνει χρησιμοποιώντας σαν όργανά του την αλαζονεία και τη νωθρότητά μας, καθώς και το διανοητικό μας σνομπισμό. Κάποιος, ξέρω, θα με ρωτήσει, «Μα θέλετε λοιπόν στη σημερινή εποχή να εισαγάγετε και πάλι την έννοια του παλιού μας φίλου, του σατανά, με όλα του τα παρεπόμενα—κέρατα, οπλές και όλα τα συναφή; Το τι έχει να κάνει αυτό με την εποχή και το χρόνο δεν το γνωρίζω. Εμένα δε προσωπικά οι οπλές και τα κέρατα δεν μου αρέσουν ιδιαίτερα. Από άλλης πλευράς όμως, η απάντησή μου είναι ότι ναι, αυτό επιδιώκω. Για την προσωπική εμφάνιση του σατανά δεν ισχυρίζομαι ότι ξέρω απολύτως τίποτε. Αν κανείς όμως θέλει να γνωρίσει αυτό το πρόσωπο θα του έλεγα, «Μην ανησυχείς, αν πραγματικά το θέλεις, θα τον γνωρίσεις. Το αν θα σου αρέσει μετά που θα τον δεις είναι άλλο θέμα».

3. Η ΕΝΑΛΛΑΚΤΙΚΗ ΛΥΣΗ ΠΟΥ ΣΟΚΑΡΕΙ

Οι χριστιανοί λοιπόν πιστεύουν ότι επί του παρόντος υπάρχει μια κακή δύναμη που έχει εγκατασταθεί στην εξουσία και είναι ο πρίγκιπας αυτού του κόσμου. Αυτό φυσικά δημιουργεί προβλήματα. Είναι αυτό το θέλημα του Θεού ή όχι; Αν είναι, θα πείτε ότι ο Θεός είναι ένας πολύ περίεργος Θεός. Aν δεν είναι, θα πείτε: «Μα πώς μπορεί να συμβαίνει το οτιδήποτε ενάντια στο θέλημα ενός Όντος το οποίο έχει απόλυτη εξουσία»;

Όποιος όμως είχε ποτέ του εξουσία στα χέρια του μπορεί να καταλάβει πώς είναι δυνατόν κάτι τέτοιο, από μιας πλευράς, να είναι σύμφωνο με τη θέλησή σου κι από άλλης όχι. Είναι πολύ λογικό, για παράδειγμα, μια μητέρα να λέει συγχρόνως στα παιδιά της και ότι δεν θα τα εξαναγκάσει να τακτοποιούν το γραφείο τους κάθε βράδυ και ότι αυτό είναι κάτι που πρέπει να το κάνουν από μόνα τους. Έπειτα ένα βράδυ πάει να δει τι γίνεται και βλέπει το αρκουδάκι, το μελάνι και το βιβλίο της γαλλικής γραμματικής όλα μες στη σκάρα του τζακιού. Αυτό δεν είναι το θέλημά της. Εκείνη θα προτιμούσε να ήταν τακτικά τα παιδιά. Από την άλλη πλευρά όμως είναι το θέλημά της αφού εκείνη άφησε τα παιδιά ελεύθερα να είναι ή να μην είναι τακτικά. Το ίδιο συμβαίνει και στην κάθε στρατιωτική μονάδα, κάθε επαγγελματική ένωση και κάθε σχολείο. Κάνετε κάτι προαιρετικό και οι μισοί δεν το τηρούν. Αυτό δεν είναι κάτι που εσείς το θέλατε αλλά η δική σας θέληση το επέτρεψε.

Μάλλον το ίδιο γίνεται και στον κόσμο. Ο Θεός δημιούργησε όντα με ελεύθερη θέληση. Αυτό σημαίνει ότι τα δημιουργήματα μπορεί είτε να πετύχουν είτε να αστοχήσουν. Μερικοί λένε πως μπορούν να φανταστούν έναν κόσμο ο οποίος είναι μεν ελεύθερος αλλά δεν έχει τη δυνατότητα να παρεκκλίνει. Εγώ δεν μπορώ. Αν κάποιος έχει την ελευθερία να κάνει το καλό, έχει και την ελευθερία να μην το κάνει. Η ελευθερία της θελήσεως είναι εκείνο που έκανε δυνατό το κακό. Γιατί λοιπόν ο Θεός έδωσε στον άνθρωπο ελευθερία της θελήσεως; Επειδή η ελευθερία της θελήσεως, παρόλο που κάνει δυνατό το κακό, είναι επίσης και το μόνο πράγμα που κάνει δυνατή την όποια αγάπη, καλοσύνη ή χαρά αξίζει τον κόπο να έχει κανείς. Ένας κόσμος  ρομπότ–δηλαδή όντων που λειτουργούν σαν μηχανές—δεν θα άξιζε τον κόπο να δημιουργηθεί. Η ευτυχία που ο Θεός προορίζει για τα ανώτερα όντα της δημιουργίας Του είναι η ευτυχία του να είναι ελεύθερα και θεληματικά ενωμένα μαζί Του και μεταξύ τους σε μια έκσταση αγάπης και ευδαιμονίας. Συγκρινόμενη μ’ αυτήν ακόμα και η πιο συναρπαστική αγάπη ανάμεσα σ’ έναν άντρα και μια γυναίκα πάνω στη γη είναι ψίχουλα. Για να προκύψει όμως αυτό πρέπει τα όντα να είναι ελεύθερα.

Φυσικά ο Θεός γνώριζε τι θα συνέβαινε αν χρησιμοποιούσαν την ελευθερία τους με λάθος τρόπο. Προφανώς θεώρησε ότι αυτό ήταν ένα ρίσκο που άξιζε τον κόπο. Εμείς βέβαια μπορεί να διαφωνούμε μαζί Του, αλλά υπάρχει μια δυσκολία όταν διαφωνείς με το Θεό. Εκείνος είναι η πηγή απ’ όπου βγαίνει η όλη ικανότητά σου για ορθολογισμό. Δεν θα γινόταν λοιπόν ποτέ να έχεις εσύ δίκιο κι Εκείνος άδικο το ίδιο όπως κι ένα ρυάκι δεν μπορεί να τρέχει το νερό του σ’ ένα επίπεδο που είναι ψηλότερο από κείνο της πηγής του. Όταν διαφωνείς με το Θεό, διαφωνείς με την ίδια τη δύναμη που σου δίνει τη δυνατότητα να επιχειρηματολογείς. Είναι σαν να κόβεις το κλαδί πάνω στο οποίο κάθεσαι. Αν ο Θεός θεωρεί ότι αυτή η εμπόλεμη κατάσταση στον κόσμο είναι το τίμημα που άξιζε να πληρωθεί για την ελευθερία της θελήσεως—δηλαδή για τη δημιουργία ενός ζωντανού κόσμου μες στον οποίο τα πλάσματα μπορούν να κάνουν το πραγματικά καλό ή το πραγματικά κακό κι όπου είναι δυνατό να συμβεί κάτι το οποίο πραγματικά αξίζει, σε αντιδιαστολή μ’ ένα μηχανικό κόσμο που κινείται μόνο όταν ο Θεός κινεί τα νήματα—, τότε μπορεί να συμφωνήσουμε κι εμείς ότι αξίζει τον κόπο να γίνει έτσι.

Όταν καταλάβουμε τα περί ελευθερίας της θελήσεως, θα συνειδητοποιήσουμε πόσο ανόητο είναι ν’ αναρωτιόμαστε, όπως κάποιος ρώτησε εμένα μια φορά, «Γιατί ο Θεός έκανε τον άνθρωπο από τέτοιο σαθρό υλικό που χάλασε»; Όσο πιο καλόείναι το υλικό από το οποίο είναι φτιαγμένος ο άνθρωπος (όσο πιο δυνατός, ευφυής και ελεύθερος είναι), τόσο πιο καλά θα είναι γι’ αυτόν αν πάει σωστά, αλλά επίσης τόσο πιο κακά αν εξοκείλει. Μια αγελάδα δεν μπορεί να είναι πολύ καλή ή πολύ κακή. Ένας σκύλος μπορεί να είναι και πολύ καλός και πολύ κακός. Ένα παιδί ακόμα περισσότερο μπορεί να είναι καλύτερο ή χειρότερο. Ένας συνηθισμένος άνθρωπος  ακόμα και ακόμα περισσότερο. Μια ιδιοφυία ακόμα και ακόμα και ακόμα περισσότερο. Ένα υπεράνθρωπο πνεύμα μπορεί να είναι το κάλλιστο—ή το χείριστο—απ’ όλα.

Πώς όμως εξόκειλε η κακή δύναμη; Εδώ σίγουρα θέτουμε ένα ερώτημα στο οποίο ο ανθρώπινος νους δεν μπορεί ν’ απαντήσει με κάποια βεβαιότητα. Ωστόσο μπορεί να δοθεί μια υποθετική εξήγηση, η οποία να είναι λογική (και παραδοσιακή), με βάση την εμπειρία μας στο παραστράτημα. Άπαξ και έχετε μια ύπαρξη, ένα εγώ, υπάρχει η πιθανότητα να βάλετε αυτό πρώτο, να θέλετε να είστε εσείς το κέντρο—να θέλετε δηλαδή να είστε Θεός. Αυτή ήταν η αμαρτία του σατανά. Και αυτή ήταν η αμαρτία την οποία στη συνέχεια δίδαξε το ανθρώπινο γένος. Μερικοί νομίζουν ότι η αρχική αμαρτία κατά κάποιον τρόπο είχε να κάνει με το σεξ αλλά αυτό είναι λάθος. (Η ιστορία που βρίσκουμε στο βιβλίο της Γένεσης μάλλον εισηγείται ότι μια κάποια σεξουαλική διαστροφή ακολούθησε την Πτώση αλλά δεν ήταν η αιτία της Πτώσης). Εκείνο που ο σατανάς εισηγήθηκε στους μακρινούς μας προγόνους ήταν η ιδέα ότι οι ίδιοι μπορούν να γίνουν «σαν θεοί», δηλαδή να αυτονομηθούν σαν να είχαν εκείνοι δημιουργήσει τον εαυτό τους και σαν να μην έχουν να δώσουν λόγο σε κανένα, καθώς και να επινοήσουν κάποιου είδους ευτυχία έξω από το Θεό, χωρίς το Θεό. Απ’ αυτή την καταδικασμένη από την αρχή προσπάθεια έχει προέλθει σχεδόν το καθετί που ονομάζουμε ανθρώπινη ιστορία—χρήματα, φτώχεια, φιλοδοξία, πόλεμος, πορνεία, κοινωνικές τάξεις, αυτοκρατορίες, δουλεία—η μακριά και τρομερή ιστορία του ανθρώπου να βρει κάτι άλλο από το Θεό που θα τον κάνει ευτυχισμένο.

Ο λόγος για τον οποίο δεν μπορεί ποτέ να επιτύχει σ’ αυτό ο άνθρωπος είναι ο εξής: Ο Θεός μάς δημιούργησε, μάς επινόησε, έτσι όπως ο άνθρωπος επινοεί μια μηχανή. Το αυτοκίνητο είναι καμωμένο για να λειτουργεί με βενζίνη και με τίποτε άλλο δεν θα λειτουργούσε κανονικά. Ο Θεός επινόησε την ανθρώπινη μηχανή να λειτουργεί με καύσιμα Εκείνον. Ο Θεός είναι το υλικό από το οποίο το πνεύμα μας ήταν προορισμένο να τροφοδοτείται. Δεν υπάρχει κάτι άλλο. Γι’ αυτό το λόγο δεν ωφελεί να ζητάμε από το Θεό να μας κάνει ευτυχισμένους σύμφωνα με το δικό μας τρόπο, χωρίς δηλαδή να λαμβάνουμε υπόψη τη θρησκεία. Ο Θεός δεν μπορεί να μας δώσει ευτυχία και ειρήνη που να είναι έξω απ’ τον εαυτό Του, διότι η ευτυχία δεν βρίσκεται εκεί, δεν υπάρχει κάτι τέτοιο.

Αυτό είναι το κλειδί για την ιστορία. Ξοδεύεται τρομερή ενέργεια—χτίζονται πολιτισμοί—θεσπίζονται εξαιρετικοί θεσμοί, αλλά κάθε φορά κάτι πάει στραβά. Κάποιο μοιραίο λάθος πάντα φέρνει στην εξουσία τα εγωιστικά και σκληρά άτομα και το όλο οικοδόμημα γκρεμίζεται και καταλήγει σε δυστυχία και ερείπια. Για την ακρίβεια η μηχανή σβήνει. Μοιάζει να ξεκινά καλά—κάνει και λίγα μέτρα—αλλά μετά χαλάει. Προσπαθούν να την κάνουν να δουλέψει με λάθος καύσιμα. Αυτό έχει κάνει σ’ εμάς τους ανθρώπους ο σατανάς.

Και ο Θεός τι έκανε γι’ αυτό; Πρώτα πρώτα μάς έδωσε τη συνείδηση, την αίσθηση δηλαδή για το τι είναι σωστό και τι δεν είναι. Και διά μέσου της ιστορίας υπάρχουν άνθρωποι που προσπαθούν (μερικοί εξαιρετικά μάλιστα) να υπακούσουν τη συνείδησή τους. Κανείς όμως δεν το κατάφερε ποτέ ικανοποιητικά. Δεύτερον, έστειλε στο ανθρώπινο γένος αυτό που θα ονομάσω εδώ «καλά όνειρα». Μ’ αυτό εννοώ εκείνες τις περίεργες ιστορίες που είναι διάσπαρτες σε όλες τις παγανιστικές θρησκείες για ένα θεό ο οποίος πεθαίνει και μετά ανασταίνεται και κατά κάποιον τρόπο με το θάνατό του δίνει καινούργια ζωή στους ανθρώπους. Τρίτον, διάλεξε ένα συγκεκριμένο λαό και ξόδεψε αρκετούς αιώνες προκειμένου να του βάλει στο μυαλό το είδος του Θεού που Εκείνος είναι—ότι δηλαδή μόνο ένας ήταν ο Θεός και ότι η σωστή συμπεριφορά αυτού του λαού Τον αφορούσε. Ο λαός αυτός ήταν οι Ιουδαίοι και η Παλαιά Διαθήκη διηγείται τη διαδικασία με την οποία ο Θεός μόρφωσε το είναι Του μέσα τους.

Κι έπειτα έρχεται το πραγματικό σοκ. Μέσ’ απ’ το λαό των Ιουδαίων ξαφνικά εμφανίζεται ένας ο οποίος μιλά σαν να ήταν Θεός. Ισχυρίζεται ότι συγχωρεί αμαρτίες. Λέει ότι υπήρχε ανέκαθεν. Λέει ότι θα έρθει στο τέλος των ημερών να κρίνει τον κόσμο. Ας το ξεκαθαρίσουμε αυτό τώρα. Μεταξύ των πανθεϊστών ή των Ινδών ο καθένας μπορεί να ισχυριστεί ότι είναι κομμάτι του Θεού ή ότι είναι ένα με το Θεό. Αυτό δεν θα ξένιζε. Αυτός όμως ο άνθρωπος, αφού ήταν Ιουδαίος, δεν θα μπορούσε ποτέ να εννοεί έναν τέτοιου είδους Θεό. Εκείνο που σήμαινε η λέξη Θεός  στη γλώσσα των Ιουδαίων ήταν (και είναι) το εξής: ο Ων, η Ύπαρξη που είναι έξω από τον κόσμο, Εκείνος ο οποίος δημιούργησε τον κόσμο και ήταν απείρως διαφορετικός από οτιδήποτε άλλο. Όταν κατανοήσουμε αυτό θα δούμε πως εκείνο που έλεγε αυτός ο άνθρωπος ήταν απλούστατα το πιο συνταρακτικό πράγμα που έχουν ποτέ προφέρει ανθρώπινα χείλη.

Ένα κομμάτι του ισχυρισμού αυτού, που τείνει να περνά απαρατήρητο από μας διότι το έχουμε ακούσει τόσες πολλές φορές που δεν συνειδητοποιούμε πια τι συνεπάγεται, είναι ο ισχυρισμός ότι συγχωρεί αμαρτίες—οποιεσδήποτε αμαρτίες. Εκτός αν ο άνθρωπος αυτός είναι πραγματικά Θεός, ένας τέτοιος ισχυρισμός είναι τόσο αλλοπρόσαλλος που καταντά να είναι κωμικός. Μπορούμε κάλλιστα να καταλάβουμε πώς μπορεί κανείς να συγχωρεί προσβολές απευθυνόμενες σε κείνον τον ίδιο. Μου πατάς το πόδι και σε συγχωρώ, μου κλέβεις τα χρήματά μου και σε συγχωρώ. Αλλά πώς να καταλάβουμε όταν κάποιος που ούτε το πόδι τού πάτησαν ούτε τα λεφτά τού έκλεψαν έρχεται και εξαγγέλλει ότι σε συγχωρεί που πάτησες εσύ το πόδι κάποιου τρίτου και έκλεψες κάποιου τρίτου τα λεφτά; Ο επιεικέστερος χαρακτηρισμός για κάτι τέτοιο θα ήταν ίσως χοντροκομμένη ανοησία! Και όμως, αυτό ακριβώς έκανε ο Ιησούς. Είπε στους ανθρώπους ότι συγχωρούνται οι αμαρτίες τους και ούτε που κοίταξε πριν να δει αν εκείνοι που είχαν αναμφισβήτητα βλαφτεί απ’ τις αμαρτίες αυτές συμφωνούσαν με κάτι τέτοιο. Χωρίς κανένα δισταγμό θεώρησε ότι Εκείνος ήταν το Πρόσωπο που είχε κατ’ εξοχήν βλαφτεί από την κάθε αμαρτία. Αυτό έχει νόημα μόνο αν Εκείνος ήταν πραγματικά ο Θεός του οποίου οι νόμοι παραβιάστηκαν και η αγάπη λαβώθηκε από την κάθε αμαρτία. Αν Αυτός δεν ήταν Θεός και έλεγε τέτοια πράγματα, το μόνο που θα μπορούσαμε να Τον χαρακτηρίσουμε είναι αλαζόνα ολκής, τέτοιον δηλαδή που όμοιός του δεν έχει ξαναεμφανιστεί στην ιστορία.

Ωστόσο, και αυτό είναι το πολύ περίεργο αλλά και σημαντικό, ακόμα κι οι εχθροί Του, όταν διαβάζουν τα ευαγγέλια, δεν μένουν με την εντύπωση ότι συνάντησαν εκεί ένα ανόητο και ξιπασμένο άτομο. Ακόμα λιγότερο δε οι ουδέτεροι αναγνώστες που δεν είναι προκατειλημμένοι εναντίον Του. Ο Χριστός λέει ότι είναι ταπεινός και αδύναμος και Τον πιστεύουμε χωρίς να συνειδητοποιούμε ότι, αν ήταν μόνο ένας απλός άνθρωπος, αυτές οι δύο ιδιότητες θα ήταν ο τελευταίος χαρακτηρισμός τον οποίο θα κάναμε για μερικά απ’ τα λεγόμενά Του.

Προσπαθώ εδώ να προλάβω τους ανθρώπους από το να πουν το ηλίθιο πράγμα που συνήθως λέγεται για Κείνον, «Είμαι έτοιμος να δεχτώ τον Ιησού ως ένα μεγάλο ηθικοδιδάσκαλο, αλλά δεν δέχομαι ότι είναι Θεός». Αυτό είναι κάτι που επ’ ουδενί λόγω πρέπει να λέγεται. Αν κάποιος ήταν απλά και μόνο άνθρωπος και έλεγε αυτά που είπε ο Ιησούς, δεν θα ήταν μεγάλος ηθικοδιδάσκαλος. Θα ήταν ή κάποιος διανοητικά διαταραγμένος—στο ίδιο επίπεδο σοβαρότητας με κείνον που ισχυρίζεται ότι είναι αυγό βραστό—ή ο ίδιος ο σατανάς. Πρέπει κανείς να κάνει την επιλογή του: Ή ο άνθρωπος αυτός ήταν, και είναι, ο Υιός του Θεού ή είναι κάποιος τρελός αν όχι κάτι χειρότερο. Μπορούμε να Τον κλείσουμε μέσα ως τρελό, να Τον εμπαίξουμε και σκοτώσουμε ως δαίμονα ή να πέσουμε στα πόδια Του και να Τον αποκαλέσουμε Θεό και Κύριο. Αλλά ας μην Τον αντιμετωπίσουμε με τη σκωπτική συγκαταβατικότητα που κλείνει μέσα της η αναγνώρισή Του ως μεγάλου ηθικοδιδάσκαλου. Δεν μας άφησε αυτή τη δυνατότητα. Δεν σκόπευε ν’ αφήσει ανοιχτή αυτή την πόρτα.

4. ΤΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΟΥ ΜΕΤΑΝΟΟΥΝΤΟΣ

Ερχόμαστε λοιπόν αντιμέτωποι με μια τρομερή πραγματικότητα: Ο άνθρωπος για τον οποίο μιλάμε ή ήταν (και είναι) αυτό που είπε ότι ήταν ή ήταν διανοητικά διαταραγμένος ή κάτι χειρότερο. Εμένα προσωπικά μου φαίνεται ότι δεν ήταν ούτε διανοητικά διαταραγμένος ούτε σατανικός. Συνεπώς, οσοδήποτε παράξενο ή τρομακτικό ή απίθανο και ν’ ακούγεται, πρέπει να δεχτώ την άποψη ότι ήταν και είναι Θεός. Ο Θεός εισέβαλε σ’ αυτό τον κατεχόμενο από τον εχθρό κόσμο με μορφή ανθρώπου.

Και προς τι όλα αυτά; Τι ήρθε να κάνει; Φυσικά να διδάξει. Αλλά μόλις κοιτάξετε την Καινή Διαθήκη ή όποιο άλλο χριστιανικό κείμενο, θα δείτε ότι μιλούν διαρκώς για κάτι το διαφορετικό—για το θάνατό Του και για το ότι στη συνέχεια αναστήθηκε. Είναι φανερό πως είναι σ’ αυτό το κομμάτι της ιστορίας που οι χριστιανοί δίνουν τη μεγαλύτερη σημασία. Πιστεύουν πως το σπουδαιότερο που ήρθε να κάνει στη γη ήταν να υποφέρει και να πεθάνει σταυρωμένος.

Πριν γίνω χριστιανός είχα την εντύπωση πως το πρώτο πράγμα που ήταν υποχρεωμένοι να πιστεύουν οι χριστιανοί ήταν μια συγκεκριμένη θεωρία σχετικά με το ποιος ήταν ο σκοπός του θανάτου Του. Σύμφωνα μ’ αυτή τη θεωρία ο Θεός ήθελε να τιμωρήσει τους ανθρώπους για την αποστασία τους και για το ότι είχαν ταχτεί με το μέρος του Μεγάλου Αποστάτη, αλλά ο Χριστός προθυμοποιήθηκε να τιμωρηθεί Εκείνος στη θέση τους, οπότε ο Θεός δεν κυνήγησε πια τον άνθρωπο. Παραδέχομαι ότι ακόμα κι αυτή η θεωρία δεν μου φαίνεται σήμερα τόσο έξω απ’ τα πλαίσια των κανόνων της ηθικής και τόσο αφελής όσο μου φαινόταν τότε. Αλλά δεν είναι αυτό το θέμα. Εκείνο που κατάλαβα αργότερα είναι ότι ούτε αυτή η θεωρία ούτε καμία άλλη δεν είναι χριστιανισμός. Το κεντρικό πιστεύω της χριστιανικής πίστης είναι ότι κατά κάποιον τρόπο ο θάνατος του Χριστού μάς τακτοποίησε στα μάτια του Θεού και μάς έδωσε την ευκαιρία για ένα νέο ξεκίνημα. Όσον αφορά τις θεωρίες σχετικά με το πώς ακριβώς έγινε κάτι τέτοιο, αυτό είναι άλλο ζήτημα. Πολλές και διαφορετικές μεταξύ τους θεωρίες έχουν πράγματι διατυπωθεί για το πώς γίνεται αυτό, αλλά εκείνο στο οποίο συμφωνούν όλοι οι χριστιανοί είναι ότι αυτό όντως γίνεται. Θα σας πω τώρα πώς το βλέπω εγώ το όλο θέμα. Ο κάθε λογικός άνθρωπος γνωρίζει πως, αν είσαι κουρασμένος και πεινασμένος, ένα καλό γεύμα θα σου κάνει καλό. Η σύγχρονη θεωρία όμως περί διατροφής—όλα τα περί βιταμινών και πρωτεϊνών—είναι κάτι το διαφορετικό. Οι άνθρωποι έτρωγαν τα γεύματά τους και στη συνέχεια ένιωθαν καλύτερα πολύ πριν εμφανιστούν οι θεωρίες για τις βιταμίνες και πρωτεΐνες. Κι αν μια μέρα εγκαταλειφθεί η θεωρία για τις βιταμίνες και πρωτεΐνες, και πάλι οι άνθρωποι θα συνεχίσουν τα γεύματά τους όπως πριν. Οι θεωρίες για το θάνατο του Χριστού δεν είναι χριστιανισμός. Είναι εξηγήσεις για το πώς δουλεύει ο χριστιανισμός. Οι χριστιανοί σαν σύνολο δεν θα συμφωνούσαν για το πόσο σημαντικές είναι αυτές οι θεωρίες. Η δική μου εκκλησία, η αγγλικανική, δεν θεωρεί μία συγκεκριμένη απ’ αυτές τις θεωρίες ως την επίσημη. Η καθολική εκκλησία πάει λίγο πιο μακριά. Αλλά νομίζω πως όλες οι εκκλησίες θα ήταν σύμφωνες ότι ο χριστιανισμός αυτός καθαυτός είναι κάτι το πολύ σπουδαιότερο από οποιαδήποτε εξήγηση μπορεί να έχουν διατυπώσει οι θεολόγοι. Νομίζω πως πιθανότατα θα παραδέχονταν ότι καμία εξήγηση δεν είναι ποτέ δυνατό να είναι εφάμιλλη της πραγματικότητας. Όπως όμως είπα και στον πρόλογο αυτού του βιβλίου, εγώ δεν είμαι παρά ένας λαϊκός κι εδώ είναι που μπαίνουμε στα βαθιά νερά.  Το μόνο που εγώ μπορώ να σας πω—όποια αξία και να’χει αυτό—είναι πώς βλέπω εγώ προσωπικά το ζήτημα.

Κατά τη γνώμη μου εκείνο που σας ζητείται να δεχτείτε δεν είναι οι θεωρίες αυτές καθαυτές. Πολλοί από σας θα έχουν πιθανότατα διαβάσει Jeans ή Eddington. Αυτό που κάνουν για να εξηγήσουν το άτομο, ή κάτι παρόμοιο, είναι να δίνουν μια περιγραφή από την οποία εσείς μπορείτε να σχηματίσετε μια νοητική εικόνα. Αλλά μετά σας προειδοποιούν ότι η εικόνα αυτή δεν είναι εκείνο που πράγματι πιστεύουν οι επιστήμονες. Εκείνο που οι επιστήμονες πιστεύουν είναι μια μαθηματική φόρμουλα. Οι εικόνες υπάρχουν για να σας βοηθήσουν να κατανοήσετε τη φόρμουλα. Δεν είναι το ίδιο αληθινές όπως η φόρμουλα. Δεν σας δίνουν το πράγμα αυτό καθαυτό όπως σας το δίνει η φόρμουλα αλλά μόνο κάτι που είναι κατά το μάλλον και ήττον σαν κι αυτήν. Ο ρόλος τους είναι απλά βοηθητικός και αν δεν μας βοηθούν, τις πετάμε. Αυτό καθαυτό το πράγμα δεν μπορεί ποτέ να απεικονιστεί. Μπορεί μόνο να εκφραστεί μαθηματικά. Το ίδιο συμβαίνει και με το Χριστό. Πιστεύουμε ότι ο θάνατός Του είναι απλά εκείνο το κομμάτι στην ιστορία όπου κάτι το τελείως έξω απ’ τη φαντασία μας και πέρα για πέρα έξωθεν προερχόμενο παρουσιάστηκε στον κόσμο μας. Κι αν δεν μπορούμε να σχηματίσουμε μια νοητική εικόνα για τα άτομα, από τα οποία είναι φτιαγμένος ο κόσμος μας, είναι φυσικό να μη μπορούμε ούτε και γιαυτό το γεγονός να έχουμε μια νοητική εικόνα. Και πράγματι, αν έχουμε διαπιστώσει ότι δεν ήμασταν σε θέση να καταλάβουμε πλήρως αυτό το γεγονός, αυτό και μόνο θα έδειχνε ότι το γεγονός εκείνο δεν ήταν αυτό που ισχυρίζεται ότι είναι—δηλαδή το αδιανόητο, το άναρχο, το πέραν της φύσης το οποίο ήρθε κι έπεσε πάνω στη φύση σαν κεραυνός. Θα αναρωτηθεί όμως κανείς, και τότε σε τι μας βοηθά αφού δεν το καταλαβαίνουμε; Αυτό όμως μπορεί εύκολα ν’ απαντηθεί. Μπορεί κανείς να τρώει το φαγητό του χωρίς να καταλαβαίνει ακριβώς με ποιο ακριβώς τρόπο το φαγητό αυτό τον τρέφει. Παρόμοια μπορεί κανείς να δεχτεί αυτό το οποίο έκανε ο Χριστός χωρίς να γνωρίζει πώς ακριβώς γίνεται αυτό. Μάλιστα, αν δεν το είχαμε δεχτεί, δεν θα μπορούσαμε καν να ξέρουμε πώς λειτουργεί.

Μας λένε ότι ο Χριστός πέθανε για μας, ότι ο θάνατός Του ξέπλυνε τις αμαρτίες μας κι ότι με το θάνατό Του ακύρωσε το θάνατο. Αυτή είναι η φόρμουλα. Αυτός είναι ο χριστιανισμός. Αυτό είναι εκείνο που πρέπει να πιστέψουμε. Οτιδήποτε και να λένε οι θεωρίες που έχουν βασιστεί πάνω στο πώς ακριβώς ο θάνατος του Χριστού τα έκανε όλα αυτά, είναι κατά τη γνώμη μου κάτι το δευτερεύον. Οι θεωρίες δεν είναι παρά σχέδια και διαγράμματα τα οποία, αν δεν μας βοηθούν, πρέπει να εγκαταλειφθούν και ακόμα κι αν μας βοηθούν, δεν πρέπει ποτέ να συγχέονται με το γεγονός αυτό καθαυτό. Παρόλα αυτά, μερικές απ’ αυτές τις θεωρίες αξίζει τον κόπο να ερευνηθούν.

Εκείνο που οι περισσότεροι άνθρωποι έχουν ακούσει είναι ότι εμείς συγχωρηθήκαμε επειδή ο Χριστός δέχτηκε να πάρει επάνω Του τη δική μας τιμωρία και να υποκατασταθεί στη θέση μας.  Εκ πρώτης όψεως αυτό ακούγεται σαν μια πολύ ανόητη θεωρία. Αν ο Θεός είχε αποφασίσει να μας συγχωρήσει, γιατί δεν το έκανε έτσι κι αλλιώς; Και τι καλό θα μπορούσε να βγει αν τιμωρούσε έναν αθώο άνθρωπο γιαυτό; Αν δούμε την τιμωρία από πλευράς επίγειας δικαιοσύνη και δικαιοσύνης των δικαστηρίων, δεν υπάρχει κανένα καλό σ’ αυτό, απ’ ό,τι μπορώ να δω. Από την άλλη πλευρά όμως, αν δούμε την τιμωρία ως οφειλόμενο χρέος, υπάρχει και παραϋπάρχει νόημα όταν κάποιος, ο οποίος έχει περιουσιακά στοιχεία, πληρώνει για λογαριασμό κάποιου άλλου ο οποίος δεν έχει. Ή αν θεωρήσει κανείς την πληρωμή της ποινής ως πληρωμή χρέους υπέρ τρίτου, τότε βέβαια είναι κοινώς γνωστό πως, όταν ένα άτομο βρεθεί σε δύσκολη θέση, το συνήθως συμβαίνον είναι να παρέμβει κάποιος καλός φίλος και να τον ξελασπώσει.

Σε ποιο άραγε αδιέξοδο βρέθηκε ο άνθρωπος; Επιχείρησε να πορευτεί αυτεξούσια και να συμπεριφερθεί λες και ήταν κύριος του εαυτού του. Με άλλα λόγια μετά την Πτώση ο άνθρωπος δεν είναι απλά και μόνο ένα ατελές ον που χρειάζεται βελτίωση. Είναι ένας επαναστάτης που χρειάζεται να παραδώσει τα όπλα. Το να βάλεις κάτω τα όπλα σου, να παραδοθείς και να ζητήσεις συγγνώμη, το να συνειδητοποιήσεις ότι είχες πάρει λάθος δρόμο και να ξαναρχίσεις τη ζωή σου απ’ το μηδέν, αυτό είναι η μόνη λύση για να βγεις απ’ το αδιέξοδο. Αυτή τη διαδικασία της παράδοσης και επανεκκίνησης με ταχύτητα φουλ είναι εκείνο που η χριστιανοί ονομάζουν μετάνοια. Τώρα η μετάνοια δεν είναι κάτι το διασκεδαστικό. Είναι κάτι πολύ πιο ταπεινό απ’ το να τρως την τούρτα της ταπείνωσης. Είναι το να ξεμάθεις όλη την αυταπάτη και την αυτεξούσια θέληση στην οποία έχουμε όλοι εκπαιδευτεί επί αιώνες. Είναι το να σκοτώσεις ένα κομμάτι του εαυτού σου και να υποστείς ένα είδος θανάτου. Στην πραγματικότητα εκείνος που μετανοεί είναι ο καλός. Και εδώ είναι ο κόμπος. Μόνο ο κακός χρειάζεται να μετανοήσει, αλλά μόνο ο καλός μπορεί να κάνει μια πλήρη μετάνοια. Όσο χειρότερος είσαι, τόσο περισσότερο χρειάζεται να μετανοήσεις, αλλά τόσο λιγότερο μπορείς να το κάνεις. Το μόνο άτομο που θα μπορούσε να το κάνει αυτό τέλεια θα ήταν ένα τέλειο άτομο το οποίο όμως δεν θα χρειαζόταν να μετανοήσει.

Και ας μην ξεχνάμε ότι αυτή η μετάνοια, αυτή η οικειοθελής ταπείνωση που είναι ένα είδος θανάτου, δεν είναι κάτι που ο Θεός απαιτεί από σένα πριν σε πάρει πίσω κι από το οποίο θα μπορούσε να σε απαλλάξει αν ήθελε. Είναι απλά η περιγραφή του πώς είναι να επιστρέφεις στο Θεό. Αν ζητήσεις από το Θεό να σε ξαναπάρει χωρίς μετάνοια, στην ουσία είναι σαν να Του ζητάς να σε ξαναπάρει χωρίς εσύ να ξαναπηγαίνεις. Δεν μπορεί να γίνει. Καλά λοιπόν. Είναι αναγκαίο να μετανοήσουμε. Ωστόσο η ίδια μας η φαυλότης η οποία μάς έφερε στη θέση να χρειαζόμαστε αυτή τη μετάνοια είναι εκείνη που μας καθιστά ανίκανους να την κάνουμε. Μπορούμε άραγε να την κάνουμε εάν ο Θεός μάς βοηθήσει; Ναι, αλλά τι εννοούμε με το «να μας βοηθήσει ο Θεός»; Εννοούμε κατά κάποιον τρόπο να βάλει ο Θεός μέσα μας κάτι απ’ το δικό Του εαυτό. Μας δανείζει λίγη απ’ τη λογική Του και μ’ αυτό τον τρόπο μπορούμε να σκεφτόμαστε. Βάζει μέσα μας λίγη απ’ την αγάπη Του και έτσι μπορούμε κι εμείς ν’αγαπάμε ο ένας τον άλλο. Όταν μαθαίνεις ένα παιδί να γράφει, του κρατάς το χέρι όταν σχηματίζει τα γράμματα, δηλαδή το παιδί σχηματίζει γράμματα επειδή του τα σχηματίζεις εσύ. Σκεφτόμαστε λογικά και αγαπάμε επειδή ο Θεός σκέφτεται λογικά και αγαπάει και μας κρατάει το χέρι όταν το κάνουμε κι εμείς αυτό. Τώρα αν δεν είχε υπάρξει η Πτώση, όλα θα ήταν πανεύκολα. Αλλά δυστυχώς τώρα είναι που χρειαζόμαστε τη βοήθεια του Θεού προκειμένου να κάνουμε κάτι που ο Θεός, στη φύση Του, δεν κάνει ποτέ: Nα παραδοθούμε, να υποφέρουμε, να υποταχτούμε, να πεθάνουμε. Δεν υπάρχει τίποτε στη φύση του Θεού που ν’ αντιστοιχεί σ’ αυτή τη διαδικασία. Έτσι, ο δρόμος εκείνος για τον οποίο κατ’ εξοχήν χρειαζόμαστε τη βοήθεια και την καθοδήγηση του Θεού είναι ένας δρόμος που ο Ίδιος ο Θεός, σύμφωνα τη φύση Του, δεν τον έχει περπατήσει ποτέ. Ο Θεός μπορεί να μοιραστεί με τον άνθρωπο μόνο ό,τι Εκείνος έχει κι αυτό είναι κάτι το οποίο δεν το έχει στη δική Του φύση.

Αν όμως ο Θεός γινόταν άνθρωπος—αν η ανθρώπινη φύση μας, η οποία μπορεί να υποφέρει και να πεθάνει, έσμιγε με την φύση του Θεού σε ένα πρόσωπο—τότε το πρόσωπο αυτό θα μπορούσε να μας βοηθήσει. Θα μπορούσε να παραδώσει τη θέλησή Του, να υποφέρει και να πεθάνει επειδή ήταν άνθρωπος. Και θα μπορούσε να το κάνει τέλεια αυτό επειδή ήταν Θεός. Εσείς κι εγώ μπορούμε να το κάνουμε αυτό μόνο αν ο Θεός το κάνει μέσα μας. Αλλά ο Θεός μπορεί να το κάνει αυτό μέσα μας μόνο αν γίνει άνθρωπος. Οι προσπάθειές μας γι’ αυτού του είδους το ‘θάνατο’ θα επιτύχουν μόνο αν εμείς οι άνθρωποι πάρουμε μέρος στο θάνατο του Θεού, το ίδιο όπως και η σκέψη μας μπορεί να επιτύχει μόνο αν κλείνει μέσα της μια σταγόνα απ’ τον ωκεανό της δικής Του Ευφυΐας. Δεν μπορούμε όμως να συμμετάσχουμε στο θάνατο του Θεού εκτός αν Εκείνος πεθάνει και ο Θεός δεν μπορεί να πεθάνει παρά μόνο αν γίνει άνθρωπος. Υπό αυτή την έννοια πληρώνει ο Χριστός το χρέος μας και υποφέρει στη θέση μας—Εκείνος που δεν είχε καμία ανάγκη να υποφέρει.

Έχω ακούσει ανθρώπους να λένε με παράπονο πως αν ο Ιησούς ήταν και Θεός και άνθρωπος, τότε η θυσία Του χάνει κάθε αξία στα μάτια τους, γιατί «θα ήταν εξαιρετικά εύκολο για Κείνον». Κάποιοι άλλοι—και πολύ σωστά—μπορεί να κατακρίνουν την αγνωμοσύνη αυτής της ένστασης. Εκείνο όμως που με εκπλήσσει εμένα είναι η παρανόηση του όλου θέματος που κρύβεται πίσω απ’ αυτή την τοποθέτηση. Βέβαια υπό μία έννοια αυτοί που παίρνουν αυτή τη θέση έχουν δίκιο. Και μάλιστα δεν το έχουν καν εκφράσει αρκετά έντονα! Η τέλεια υποταγή, το τέλειο μαρτύριο και ο τέλειος θάνατος δεν ήταν απλά ευκολότερα για τον Ιησού επειδή ήταν Θεός, αλλά μόνο επειδή ήταν Θεός. Αυτό όμως θα ήταν—δεν θα ήταν;—ένας πολύ παράξενος λόγος για να μην τα δεχτεί κανείς αυτά. Ο δάσκαλος μπορεί να σχηματίσει τα γράμματα για λογαριασμό του μαθητή του επειδή είναι μεγάλος και ξέρει να γράφει—πράγμα το οποίο κάνει το όλο ζήτημα ευκολότερο για το δάσκαλο, ο οποίος γιαυτό ακριβώς το λόγο μπορεί να βοηθήσει το παιδί. Αν το παιδί αρνιόταν αυτή τη βοήθεια με το σκεπτικό ότι είναι εύκολο αυτό για το δάσκαλο και προτιμούσε να μάθει από ένα άλλο παιδί που δεν μπορούσε ούτε το ίδιο να γράψει (οπότε δεν θα υπήρχε κάποιο ‘άδικο’ πλεονέκτημα απέναντι του άλλου παιδιού), δεν θα μάθαινε εύκολα. Αν πνίγομαι σ’ ένα ποτάμι με πολύ δυνατό ρεύμα, κάποιος που έχει το ένα του πόδι στη στεριά μπορεί να με βοηθήσει να σωθώ. Θα έπρεπε λοιπόν εγώ να του πρόβαλα το επιχείρημα, «όχι, αυτό δεν είναι δίκαιο, γιατί εσύ πατάς με το ένα σου πόδι στη στεριά!»; Αυτό όμως το επιχείρημα—πείτε το ‘άδικο’αν θέλετε—είναι και ο μόνος λόγος για τον οποίο ο άνθρωπος αυτός μπορεί να με βοηθήσει. Πού θα κοιτάξεις για βοήθεια αν αυτός ο κάποιος δεν είναι δυνατότερος από σένα;

Αυτή είναι η δική μου οπτική εκείνου που οι χριστιανοί αποκαλούν ‘εξιλέωση’. Μην ξεχνάτε όμως πως κι αυτό δεν είναι παρά μία ακόμα απεικόνιση. Μην το μπερδεύετε με το γεγονός αυτό καθαυτό. Αν λοιπόν δεν σας βοηθάει, πετάξτε το.

5. ΤΟ ΑΠΟ ΠΡΑΚΤΙΚΗΣ ΠΛΕΥΡΑΣ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑ

          Η τέλεια παράδοση και ταπείνωση βρίσκονται στο πρόσωπο του Χριστού: Τέλεια επειδή ήταν Θεός και παράδοση και ταπείνωση επειδή ήταν άνθρωπος. Το χριστιανικό πιστεύω συνίσταται στο ότι, αν κατά κάποιον τρόπο συμμετέχουμε στην ταπείνωση και τα πάθη του Χριστού, θα συμμετάσχουμε και στη νίκη Του κατά του θανάτου και μετά θάνατο θα βρούμε μια καινούργια ζωή στην οποία θα γίνουμε τέλεια και απόλυτα ευτυχισμένα όντα. Αυτό σημαίνει κάτι πολύ περισσότερο απ’ το να προσπαθούμε ν’ ακολουθήσουμε τη διδασκαλία Του. Οι άνθρωποι συχνά ρωτούν πότε θα λάβει χώρα το επόμενο βήμα στην εξέλιξη του ανθρώπου—το βήμα πέρα απ’ τον άνθρωπο. Από χριστιανικής πλευράς αυτό έχει ήδη λάβει χώρα. Στο Πρόσωπο του Χριστού έχει κάνει την εμφάνισή του ένα νέο είδος ανθρώπου και η καινούργια ζωή που άρχισε μ’ Εκείνον θα χαλκευτεί και μέσα μας.

          Πώς θα γίνει αυτό; Ας θυμηθούμε πώς αποκτήσαμε την παλιά, συνηθισμένη ζωή μας. Την αποκτήσαμε μέσω άλλων—του πατέρα, της μητέρας και των προγόνων μας—χωρίς δηλαδή να έχουμε δώσει εμείς τη συγκατάθεσή μας—και με μια πολύ παράξενη διαδικασία που συνεπαγόταν ευχαρίστηση, πόνο και κίνδυνο. Ποτέ δεν θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ότι αυτή θα ήταν η διαδικασία! Οι περισσότεροι από μας περνάμε πολλά χρόνια στην παιδική μας ηλικία προσπαθώντας να τη μαντέψουμε και μάλιστα μερικά παιδιά, όταν τους το λένε για πρώτη φορά, δεν το πιστεύουν—και δεν είμαι σίγουρος ότι τα κατηγορώ γιαυτό, επειδή η διαδικασία αυτή είναι πολύ παράξενη. Ο Θεός τώρα που όρισε αυτή τη διαδικασία είναι ο ίδιος Θεός που όρισε και το πώς η νέα ζωή—η ζωή του Χριστού—θα εξαπλωθεί. Θα πρέπει να είμαστε λοιπόν προετοιμασμένοι για το ότι θα είναι κι αυτή παράξενη. Δεν ζήτησε τη γνώμη μας όταν καθιέρωσε το σεξ για τη συμβατική γέννηση και δεν ζήτησε τη γνώμη μας όταν καθιέρωσε τη διαδικασία της νέας, της πνευματικής γέννησης.

          Υπάρχουν τρία πράγματα που συμβάλλουν στο να ριζώσει η ζωή αυτή του Χριστού μέσα μας: Το βάπτισμα, η πίστη και η μυστήρια εκείνη πράξη την οποία οι χριστιανοί αποκαλούν με διαφορετικά ονόματα—Δείπνο του Κυρίου, Θεία Κοινωνία, κλπ. Ή τουλάχιστον αυτές είναι οι τρεις συνήθεις μέθοδοι. Δεν λέω ότι δεν μπορεί να υπάρχουν και ορισμένες περιπτώσεις που η νέα ζωή να ριζώσει χωρίς μία ή περισσότερες απ’ αυτές τις μεθόδους. Δεν έχω το χρόνο τώρα ν’ ασχοληθώ με τις ειδικές αυτές περιπτώσεις ούτε ξέρω αρκετά πράγματα. Αν προσπαθήσετε  μέσα σε λίγα λεπτά να πείτε σε κάποιον πώς να πάει στο Εδιμβούργο, θα του πείτε για τα τρένα. Μπορεί βέβαια να πάει στο Εδιμβούργο και με πλοίο ή με αεροπλάνο, αλλά μάλλον δεν θα κάνετε αυτή την αναφορά. Και δεν παίρνω θέση για το ποια απ’ αυτές τις τρεις προϋποθέσεις είναι η πιο ουσιαστική. Ο μεθοδιστής φίλος μου θα προτιμούσε να πω πιο πολλά για την πίστη και λιγότερα—κατ’ αναλογία—για τα άλλα δύο. Αλλά δεν θα υποκύψω σ’ αυτό, διότι στην πραγματικότητα ο καθένας που ισχυρίζεται ότι διδάσκει το χριστιανισμό θα σας πει ότι χρειάζονται και τα τρία. Αυτό αρκεί επί του παρόντος.

          Δεν μπορώ τώρα εγώ να καταλάβω γιατί αυτά τα τρία πράγματα είναι οι «δίαυλοι» της καινούργιας ζωής. Αλλά, βέβαια, αν κανένας δεν το γνώριζε αυτό ποτέ, ούτε κι εγώ θα μπορούσα ποτέ να δω τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα σε μια συγκεκριμένη φυσική χαρά και στην εμφάνιση μιας νέας ζωής στον κόσμο. Την πραγματικότητα πρέπει να την παίρνουμε όπως μας έρχεται: Δεν είναι καλό να μουρμουρίζουμε για το πώς θα έπρεπε να ήταν ή για το ποιες ήταν οι δικές μας προσδοκίες γιαυτήν. Παρόλο όμως που δεν μπορώ να καταλάβω γιατί θα έπρεπε να ήταν έτσι, μπορώ να σας πω γιατί πιστεύω ότι είναι έτσι. Έχω ήδη εξηγήσει γιατί είμαι υποχρεωμένος να πιστεύω ότι ο Ιησούς ήταν (και είναι) Θεός. Και είναι ιστορικά σαφές πως Εκείνος δίδαξε τους μαθητές Του ότι μ’ αυτό τον τρόπο εκδηλώνεται η νέα ζωή. Με άλλα λόγια η δική μου πίστη σ’ αυτό βασίζεται στη δική Του αυθεντία. Ας μη σας τρομάζει ο όρος «αυθεντία». Το να πιστεύει κανείς σε κάτι λόγω της αυθεντικότητας της πηγής προέλευσης απλά σημαίνει ότι το πιστεύει επειδή η πηγή είναι αξιόπιστη. Τα ενενήντα εννιά τοις εκατό των όσων πιστεύετε τα πιστεύετε επειδή εμπιστεύεστε την πηγή τους. Για παράδειγμα, πιστεύω πως υπάρχει μια τοποθεσία που λέγεται Νέα Υόρκη. Δεν έχω πάει εκεί ο ίδιος. Ούτε μπορώ να αποδείξω με αφηρημένη επιχειρηματολογία ότι πρέπει να υπάρχει τέτοια τοποθεσία. Το πιστεύω επειδή αξιόπιστοι άνθρωποι μού έχουν πει ότι υπάρχει. Ο μέσος άνθρωπος πιστεύει στο ηλιακό σύστημα, στα άτομα, στην εξέλιξη και στην κυκλοφορία του αίματος επειδή έτσι μας βεβαιώνουν οι επιστήμονες. Κανείς μας δεν είδε την κατάκτηση των Νορμανδών ή την ήττα της Αρμάδας. Κανείς μας δεν θα μπορούσε να τα αποδείξει με απλή λογική, όπως αποδεικνύεις κάτι στα μαθηματικά. Τα πιστεύουμε απλά επειδή άνθρωποι οι οποίοι τα είδαν έχουν αφήσει γραπτά μνημεία τα οποία μας πληροφορούν γιαυτά, δηλαδή τα πιστεύουμε επειδή εμπιστευόμαστε την πηγή απ’ όπου προήλθαν. Όσοι αντιστέκονται στην αυθεντία επί άλλων θεμάτων—όπως κάνουν μερικοί με τα θρησκευτικά ζητήματα—θα πρέπει να δεχτούν ότι δεν θα μάθουν ποτέ τίποτε στη ζωή.

          Μη νομίσετε όμως ότι εγώ θέτω το βάπτισμα, την πίστη και το Δείπνο του Κυρίου ως προϋποθέσεις που θα είναι επαρκείς, αποκλείοντας έτσι τη δική σας προσπάθεια να μιμηθείτε το Χριστό. Τη φυσική σας ζωή την αντλείτε από τους γονείς σας, αλλ’ αυτό δεν σημαίνει ότι θα εξακολουθεί να υπάρχει μέσα σας αν εσείς δεν κάνετε τίποτε γιαυτήν. Μπορεί να παραμελήσετε τον εαυτό σας και εξαιτίας αυτού να χάσετε τη ζωή σας ή μπορεί να τη χάσετε αυτοκτονώντας. Τη ζωή πρέπει να την τρέφετε και να την συντηρείτε, αλλά μην ξεχνάτε ότι δεν είστε εσείς που δημιουργείτε τη ζωή. Απλά φροντίζετε τη ζωή που κάποιος άλλος σας έδωσε. Παρόμοια και ο χριστιανός μπορεί να χάσει τη νέα εν Χριστώ ζωή που τοποθετήθηκε μέσα του και είναι αναγκαίο να κάνει προσπάθειες για να την κρατήσει. Πάντως ακόμα και ο τελειότερος χριστιανός, ουδέποτε ενεργεί αυτεξούσια—απλά τρέφει ή προστατεύει ένα είδος ζωής την οποία δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει από μόνος του. Και αυτό έχει ορισμένες πρακτικές συνέπειες. Ενόσω η ζωή βρίσκεται μέσα σας, θα κάνει το καθετί προκειμένου να διατηρήσει το σώμα. Το κόβετε και μέχρις ενός σημείου επανέρχεται, ενώ ένα νεκρό σώμα δεν μπορεί να επανέλθει. Το σώμα δεν είναι ένας οργανισμός που ποτέ δεν υφίσταται κακώσεις, αλλά που μέχρις ενός ορισμένου σημείου μπορεί να επανέλθει. Κατά τον ίδιο τρόπο ο χριστιανός δεν είναι κάποιος ο οποίος ουδέποτε σφάλλει, αλλά ένας άνθρωπος που του έχει δοθεί η ικανότητα να μετανοήσει, να μαζέψει τα κομμάτια του εαυτού του και να ξαναρχίσει έπειτα από κάθε πτώση—διότι η ζωή του Χριστού είναι μέσα του και τον γιατρεύει συνεχώς ικανώνοντάς τον κατά κάποιον τρόπο να επαναλαμβάνει—μέχρις ενός σημείου—τον οικειοθελή θάνατο τον οποίο υπέστη ο Ίδιος ο Χριστός.

          Αυτός είναι ο λόγος που ο χριστιανός δεν είναι στην ίδια θέση με κάποιον ο οποίος απλά προσπαθεί να είναι καλός. Ελπίζουν πως, με το να είναι καλοί, θα ευχαριστήσουν το Θεό, αν βέβαια υπάρχει Θεός. Και αν πιστεύουν πως δεν υπάρχει, τουλάχιστον ελπίζουν να εξασφαλίσουν την επιδοκιμασία των καλών συνανθρώπων τους. Ο χριστιανός όμως πιστεύει πως κάθε καλό που κάνει πηγάζει από την εν Χριστώ ζωή που υπάρχει μέσα του. Δεν νομίζει δηλαδή ότι ο Θεός θα μας αγαπά επειδή είμαστε καλοί, αλλ’ ότι ο Θεός θα μας βοηθήσει να γίνουμε καλοί, επειδή μας αγαπά. Έτσι συμβαίνει και με τη στέγη ενός θερμοκηπίου και τον ήλιο: Δεν είναι ότι η στέγη ελκύει τον ήλιο επειδή είναι φωτεινή αλλά, επειδή ο ήλιος λάμπει επάνω της και τη φωτίζει, γιαυτό λάμπει κι εκείνη.

          Ας το ξεκαθαρίσουμε λοιπόν αυτό: Όταν οι χριστιανοί λένε ότι η ζωή του Χριστού είναι μέσα τους, δεν εννοούν απλά κάτι το διανοητικό ή ηθικό. Όταν λένε ότι ο Χριστός είναι μέσα τους ή ότι αυτοί είναι εν τω Χριστώ, αυτό δεν σημαίνει απλά ότι σκέφτονται το Χριστό ή ότι Τον μιμούνται. Σημαίνει ότι ο Χριστός πραγματικά εργάζεται διά μέσου αυτών, ότι ολόκληρο το σώμα των χριστιανών είναι ο φυσικός οργανισμός μέσω του οποίου ενεργεί ο Χριστός—ότι δηλαδή εμείς είμαστε τα δάχτυλα και οι μύες Του, τα μόρια του σώματός Του. Και αυτό ίσως εξηγεί ένα δυο πράγματα: Εξηγεί γιατί η καινούργια αυτή ζωή δεν διαδίδεται μόνο με πράξεις του νου, όπως είναι η πίστη, αλλά και με υλικές πράξεις, όπως είναι το βάπτισμα ή το Δείπνο του Κυρίου. Δεν πρόκειται απλά για τη διάδοση μιας ιδέας. Είναι περισσότερο κάτι σαν εξέλιξη—ένα βιολογικό ή υπερβιολογικό φαινόμενο. Δεν βοηθά το να προσπαθεί κανείς να είναι πνευματικότερος του Θεού. Ο Θεός ουδέποτε είχε την πρόθεση να κάνει τον άνθρωπο ένα αποκλειστικά πνευματικό ον. Γιαυτό και χρησιμοποιεί υλικά πράγματα, όπως το ψωμί και το κρασί ως αγωγούς της νέας ζωής μέσα μας. Μπορεί αυτό να μας φαίνεται κάπως χοντροκομμένο και μη πνευματικό. Του Θεού όμως δεν Του φαίνεται έτσι: Εκείνος εφεύρε το να τρώμε. Του αρέσει η ύλη. Αυτός τη δημιούργησε.

          Υπάρχει και κάτι άλλο που με προβλημάτιζε παλιά: Δεν είναι τρομερά άδικο η νέα αυτή ζωή να περιορίζεται μόνο σ’ εκείνους που έχουν ακούσει για το Χριστό κι έχουν μπορέσει να πιστέψουν σ’ Αυτόν; Η αλήθεια όμως είναι ότι ο Θεός δεν μας έχει φανερώσει τα σχέδιά Του για τους υπόλοιπους ανθρώπους. Γνωρίζουμε βέβαια ότι κανείς δεν μπορεί να σωθεί παρά διά μέσου του Χριστού, αλλά δεν γνωρίζουμε αν μόνο εκείνοι που γνωρίζουν το Χριστό μπορούν να σωθούν διά μέσου Αυτού. Στο μεταξύ όμως, αν ανησυχείτε για κείνους που είναι εκτός Χριστού, το πιο παράλογο που θα μπορούσατε να κάνετε είναι να μείνετε κι εσείς εκτός Χριστού. Οι χριστιανοί είναι το σώμα του Χριστού, ο ζωντανός οργανισμός μέσω του οποίου Εκείνος εργάζεται. Κάθε επαύξηση αυτού του σώματος δίνει τη δυνατότητα στο Χριστό να κάνει περισσότερα. Αν θέλετε να βοηθήσετε εκείνους που είναι απ’ έξω, πρέπει να προσθέσετε και το δικό σας μικρό μόριο στο σώμα του Χριστού, ο οποίος είναι ο μόνος που μπορεί να τους βοηθήσει. Το να κόψει κανείς τα δάχτυλα ενός ανθρώπου θα ήταν ένας παράλογος τρόπος για να τον κάνει να βγάλει περισσότερη δουλειά.

          Μια άλλη πιθανή αντίρρηση είναι η εξής: Γιατί ο Θεός προσγειώνεται σ’ αυτά τα «κατεχόμενα εδάφη» μεταμφιεσμένοςαντισταθεί, όταν θα του ήταν αδύνατο ακόμα και να σταθεί προκειμένου να κάνει αυτή την επιλογή. Η ώρα αυτή δεν θα είναι ώρα επιλογών. Θα είναι η ώρα ν’ ανακαλύψουμε ποια παράταξη έχουμε ήδη διαλέξει—είτε το είχαμε συνειδητοποιήσει τότε αυτό είτε όχι. Τώρα, σήμερα, αυτή τη στιγμή είναι η ώρα να επιλέξουμε τη σωστή παράταξη. Ο Θεός αναβάλλει προκειμένου να μας δώσει αυτή την ευκαιρία. Δεν θα κρατήσει για πάντα αυτή η αναστολή. Πρέπει να διαλέξουμε αν θα τη δεχτούμε ή θα την απορρίψουμε. και κατά κάποιον τρόπο θεμελιώνει μια «μυστική οργάνωση» προκειμένου να υπονομεύσει το σατανά; Γιατί δεν εισβάλλει με δύναμη στον κόσμο, γιατί δεν τον κατακτά; Μήπως δεν είναι αρκετά δυνατός γιαυτό; Το πιστεύω των χριστιανών είναι βέβαια ότι κάποτε ο Θεός θα έρθει με δύναμη αλλά δεν γνωρίζουμε πότε. Μπορούμε όμως να υποθέσουμε γιατί αργεί. Θέλει να μας δώσει την ευκαιρία να επιλέξουμε την παράταξή Του από μόνοι μας. Δεν νομίζω ότι θα είχατε σε μεγάλη υπόληψη ένα Γάλλο ο οποίος θα περίμενε να φτάσουν οι συμμαχικές δυνάμεις στη Γερμανία πριν ανακοινώσει ότι τάσσεται με το μέρος τους. Ο Θεός πράγματι θα εισβάλει. Αλλά διερωτώμαι αν εκείνοι που ζητούν από το Θεό να εισβάλει απευθείας και ανοιχτά στον κόσμο μας συνειδητοποιούν τι θα συνεπάγεται αυτό. Όταν γίνει αυτό, θα είναι το τέλος του κόσμου. Όταν ο ποιητής του θεατρικού έργου ανεβαίνει στη σκηνή, το έργο έχει τελειώσει. Ο Θεός πράγματι θα εισβάλει: Τι θα ωφελήσει όμως να δηλώσετε τότε ότι είστε με το μέρος Του, τη στιγμή ακριβώς που θα βλέπετε την όλη φυσική δημιουργία να λιώνει και να διαλύεται σαν όνειρο; Και κάτι ακόμα για κείνη τη στιγμή—κάτι που δεν είχε ποτέ πριν συλλάβει ο νους σας—ότι τότε θα κάνει την εμφάνισή του κυριαρχικά «Κάτι» άλλο, «Κάτι» τόσο όμορφο για μερικούς από μας και τόσο φρικτό για άλλους που κανείς μας πια δεν θα έχει τη δυνατότητα άλλης επιλογής. Τι θα ωφελήσει λοιπόν τότε αυτό; Διότι αυτή τη φορά θα πρόκειται για το Θεό χωρίς καμία μεταμφίεση, κάτι τόσο μεγαλειώδες που θα προξενήσει σε κάθε άνθρωπο είτε ακατανίκητη αγάπη είτε ακατανίκητο τρόμο. Τότε πια θα είναι πολύ αργά να διαλέξει κανείς την παράταξή του. Και θα ήταν ανώφελο να πει κανείς ότι επιλέγει να μην

 

(14 Ιανουαρίου 2011)



* Πρόκειται για το κλασικό μπεστσέλερ του C.S. Lewis, Mere Christianity (Copyright 1943, 1945, 1952:  Macmillan Publishing Co, Inc., New York, N.Y., paperback edition 1960). Η παρούσα μετάφραση είναι του Book Two αυτού του βιβλίου που στο πρωτότυπο έχει τον τίτλο What Christians Believe (σελ. 43-66).

[1] Κάποιος ακροατής αυτού του ραδιοφωνικού μηνύματος παραπονέθηκε ότι ο όρος «επικατάρατες» είναι επιπόλαια βρισιά. Αλλά εγώ κυριολεκτώ όταν τον χρησιμοποιώ—πρόκειται για ανοησία που είναι κάτω από την οργή και την κατάρα του Θεού και η οποία, αν δεν ήταν η Χάρη Του, θα οδηγούσε εκείνους που την πιστεύουν σε αιώνιο θάνατο (Σ.τ.σ.)

Comments are closed.