Συνταξιούχος μάγειρας και μπαξεβάνης

του ΄Ακη Δημητριάδη

Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα του εργαζόμενου είναι τι θα κάνει μετά που θα βγει στη σύνταξη. Όσο δουλεύει κανείς, όσο είναι «εν ενεργεία» – όπως λένε -, έχει όλα τα πλεονεκτήματα:

  • Πρώτα-πρώτα, δεν σκέφτεσαι τι θα κάνεις και πώς θα περάσει η μέρα σου. Η ζωή σου είναι γεμάτη ενδιαφέροντα και έγνοιες. Χρόνια ολόκληρα η ίδια ευλογημένη ρουτίνα. Ξυπνάς το πρωί, πάντα την ίδια ώρα, ατομική καθαριότητα, πρωϊνό, ντύσιμο, μετάβαση στη δουλειά, κλπ.
  • Στη συνέχεια όλη μέρα ασχολείσαι με τη δουλειά και έρχεσαι σε επαφή με πολύ κόσμο.
  • Αν είσαι προϊστάμενος ή διευθυντής, όλοι σε σέβονται και σε φοβούνται. Έχεις δύναμη και εξουσία.
  • Ο μισθός και τα επιδόματα είναι καλά.

Αντίθετα, όταν βγεις στη σύνταξη:

  • Ξυπνάς πάλι την ίδια ώρα νωρίς το πρωί, αλλά δεν ξέρεις τι να κάνεις. Δε σε χωράει το σπίτι.
  • Δεν σε υπολογίζει και δε σε προσέχει κανένας, αφού δεν έχεις υφισταμένους να διοικήσεις.
  • Παίρνεις τα μισά λεφτά, αφού η σύνταξη είναι χωρίς επιδόματα, και μόνο το 60% του βασικού μισθού.

Όταν βγήκα στη σύνταξη, οι συνάδελφοι στην τράπεζα μού έκαναν μια μικρή αποχαιρετιστήρια γιορτή. Μερικοί υφιστάμενοί μου, που δεν με χώνευαν, ίσως και να χάρηκαν γιατί θα γλύτωναν από μένα. 

Μου έκαναν κι ένα δώρο: Ένα πολυτελέστατο βιβλίο μαγειρικής-ζαχαροπλαστικής, και έναν αρτοπαρασκευαστή.

Αυτά τα βιβλία μαγειρικής έχουν κάτι εξαιρετικές και τέλειες έγχρωμες φωτογραφίες φαγητά και γλυκά. Μόνο που τις βλέπεις σου ανοίγει η όρεξη. Αποφάσισα λοιπόν κι εγώ – μια και ως συνταξιούχος είχα πολύ ελεύθερο χρόνο – αντί να κάθομαι με σταυρωμένα χέρια ή να πηγαίνω στο καφενείο, να ασχοληθώ με τη μαγειρική.

Ξεκίνησα από τα εύκολα, να κάνω ψωμί. Ο αρτοπαρασκευαστής είναι ένα ηλεκτρικό μηχάνημα, που φτιάχνει ψωμί, κέϊκ, και άλλα πράγματα από αλεύρι. Στην αρχή ανακατεύει τα υλικά, μετά φουσκώνει το ζυμάρι, και στη συνέχεια το ψήνει. Διάβασα το βιβλιαράκι οδηγιών, έβαλα κανονικά τις δόσεις, και περίμενα 3 ½ ώρες να δω το αποτέλεσμα.

Η πρώτη απογοήτευσή μου ήταν κάτι σκληρό και άψητο, μάλλον επειδή το ζυμάρι δεν είχε φουσκώσει καλά. Δεν το έβαλα κάτω, όμως, και ξαναπροσπάθησα. Έβγαλα τον κάδο, τον έπλυνα, ξαναέβαλα τα υλικά – αυτή τη φορά λίγη μαγιά παραπάνω – και περίμενα άλλες 3 ½ ώρες.

Αυτή τη φορά το ζυμάρι ξεχείλισε και το μισό κάηκε.

Δεν το έβαλα κάτω πάλι, ξαναδοκίμασα, ώσπου μετά από πολλές αποτυχημένες προσπάθειες κάποτε πέτυχα το τέλειο καρβέλι.

Η αλήθεια είναι ότι δεν ήταν ένα κανονικό καρβέλι, αλλά όλο κι όλο ένα μικρό καρβελάκι μισό κιλό. Είμαι από εκείνους που τους αρέσει να τρώνε ψωμί – ακόμα και με τα μακαρόνια – οπότε το μικρό εκείνο καρβελάκι εξαφανίστηκε αμέσως με το πρώτο φαγητό.

Έτσι, ύστερα από λίγο καιρό, αποφάσισα ότι δεν άξιζε τον κόπο, τον χρόνο, και τα έξοδα, κι ότι καλύτερα να ψωνίζω έτοιμο ψωμί, όπως πάντα, από το φούρναρη.

Μετά από αυτό, αποφάσισα να ασχοληθώ με τη μαγειρική. Κι εδώ, όμως, δεν τα πήγα πολύ καλά.

Ποτέ δεν μπόρεσα να καταλάβω πώς τα πετυχαίνουν και τα κάνουν τόσο νόστιμα τα φαγητά οι παλιές απλές γυναίκες. Χωρίς να διαβάζουν βιβλία και συνταγές, κανονίζουν τις δόσεις «με το μάτι», και φτιάχνουν τα καταπληκτικά εκείνα φαγητά, όπως γιουβαρλάκια, γεμιστά, σαρμαδάκια, ιμάμ-μπαϊλτί, σουτζουκάκια, κ.ά.

Εγώ, υποτίθεται μορφωμένος, με το βιβλίο μαγειρικής, άλλοτε τα έκανα ανάλατα, άλλοτε αλμυρά, άλλοτε άψητα κι άλλοτε καμένα. Χώρια που κι όταν πετύχαινα κάποια συνταγή, το φαγητό δεν τρωγόταν. Όλες αυτές οι μοντέρνες συνταγές με τα διάφορα παράξενα υλικά ανακατεύουν τις γεύσεις και δεν καταλαβαίνεις τι τρως.

Μετά από την αποτυχημένη προσπάθειά μου να γίνω μάγειρας, αποφάσισα να ασχοληθώ με τον κήπο. Πολλοί φίλοι και συνάδελφοί μου καλλιεργούσαν λαχανικά, οπότε σκέφτηκα να κάνω κι εγώ σπιτικές και οικολογικές ντομάτες, που μου αρέσουν πολύ.

Την πρώτη χρονιά τα φυτά κιτρίνισαν και κάηκαν, επειδή έβαλα πολύ λίπασμα.

Τη δεύτερη χρονιά ψήλωσαν πάρα πολύ χωρίς να δώσουν καρπό, επειδή τα πότιζα κάθε μέρα.

Την τρίτη χρονιά μαράθηκαν, επειδή δεν έβαλα το προστατευτικό δίχτυ και τα έκαψε ο ήλιος.

Έτσι, στο τέλος το πήρα απόφαση ότι δεν κάνω ούτε για μάγειρας ούτε για μπαξεβάνης. Όπως λέει και η παροιμία, «ή παπάς-παπάς, ή ζευγάς-ζευγάς».

Πηγαίνω στο φούρναρη και αγοράζω έτοιμο όποιο ψωμί θέλω. Και στη λαϊκή αγορά, και ψωνίζω όσες ντομάτες θέλω χειμώνα – καλοκαίρι.

 

Comments are closed.