Πότε, Θεέ μου;

  Όλοι  θέλουμε να συμβαίνουν καλά πράγματα στη  ζωή μας, και μάλιστα τα θέλουμε σήμερα… όχι αύριο. Και όταν αυτό δεν συμβαίνει, κάνουμε αμέσως την ερώτηση, «Πότε, Θεέ μου;» Οι περισσότεροι από εμάς δεν έχουμε μάθει ακόμη να εμπιστευόμαστε το Θεό. Αντίθετα,  προσπαθούμε να επιτύχουμε τους στόχους μας με τις δικές μας δυνάμεις, τις περισσότερες φορές. Αν και εσύ, σήμερα, συλλάβεις τον εαυτό σου να μην έχει ειρήνη στην καρδιά σου,  είναι γιατί δεν εμπιστεύεσαι τα σχέδια του Θεού. Εξάλλου, το να γνωρίζουμε τα πάντα μπορεί κάποιες φορές να μας πληγώσει και να μας αποθαρρύνει. Γι’ αυτό και ο Θεός μας καλεί να ασκήσουμε την πίστη μας σ’ Εκείνον για να φέρει αλλαγή και καρποφορία στη ζωή μας.

      Ο Θεός μας δίνει  όνειρα και ελπίδες  για συγκεκριμένα πράγματα που θα συμβούν  στη ζωή μας,  αλλά δεν μας επιτρέπει  πάντοτε να γνωρίζουμε τον ακριβή χρόνο  της έκβασης των  σχεδίων Του για  εμάς. Δεν αποκλείεται να αποθαρρυνόμασταν αν γνωρίζαμε ότι  κάποιο γεγονός που  περιμέναμε να συνέβαινε αργότερα από  ότι υπολογίζαμε, συνέβη γρηγορότερα. Γι αυτό πρέπει να εμπιστευτούμε στο Θεό και  στο δικό Του χρονοδιάγραμμα και να είμαστε αισιόδοξοι. Το βιβλίο της Εξόδου αφηγείται την ιστορία του λαού του Ισραήλ προς τη Γη της Επαγγελίας, ένα μακρύ ταξίδι,  η ολοκλήρωση του οποίου παρατάθηκε,  επειδή οι Ισραηλίτες δεν ήταν ακόμη έτοιμοι να υπακούσουν και να εμπιστευτούν τις βουλές του Θεού. Έπρεπε προηγουμένως να περάσουν από πλήθος δοκιμασιών και προβληματικών καταστάσεων, προκειμένου να μάθουν να εμπιστεύονται το Θεό. Ο Θεός όμως ποτέ δεν τους εγκατέλειψε, ακόμη και μέσα στην απιστία τους και τους αποκάλυπτε τι ήθελε Εκείνος από τους ίδιους να κάνουν. Ο ίδιος Θεός θέλει και από εμάς σήμερα να υπακούμε στις εντολές Του, όταν μας το ζητάει χωρίς να προσπαθούμε να τις αλλάξουμε ή να τις προσαρμόσουμε στα δικά μας σχέδια και προσδοκίες.

      Βέβαια, ενδέχεται κάποιες  φορές να μας οδηγεί με έναν τρόπο που φαίνεται ακατανόητος στο δικό μας μυαλό  ή ακόμη και  παράλογος. Αν προσπαθήσουμε  να το ερμηνεύσουμε ή να το κατανοήσουμε, θα δοκιμάσουμε ίσως απογοήτευση  και θα βρεθούμε σε σύγχυση. Γι’ αυτό λοιπόν στο Βιβλίο των Παροιμιών στην Παλαιά Διαθήκη διαβάζουμε, «Έλπιζε στον Κύριο με όλη σου την καρδιά, και μη επιστηρίζεσαι στη σύνεσή σου· σε όλους τους δρόμους σου γνώριζε αυτόν, κι αυτός θα διευθύνει τα βήματά σου» ( Παροιμίες 3:5,6). Αν και ακούγεται τόσο απλό, εντούτοις πολλοί άνθρωποι κάνουν το λάθος να μην το εφαρμόζουν κι αυτό,  γιατί οι περισσότεροι μας ξοδέψαμε τη ζωή μας ως τώρα,  προσπαθώντας να έχουμε υπό τον έλεγχό μας τα πάντα. Από τη στιγμή όμως που αποφασίσαμε να ακολουθήσουμε συνειδητά τον Ιησού ως Κύριο και Σωτήρα μας, οφείλουμε να εμπιστευόμαστε τη ζωή μας σ’ Εκείνον.

      Όταν  ταπεινωθούμε μπροστά  στο Θεό λέγοντάς Του ότι είμαστε  αδύναμοι και ότι  χρειαζόμαστε τη δική Του βοήθεια, τότε πρέπει να είμαστε  βέβαιοι ότι ο  Θεός δεν θα μας  εγκαταλείψει, γιατί  το έχει υποσχεθεί, «αφήστε  όλες σας τις φροντίδες  σ’ Αυτόν, γιατί Αυτός  φροντίζει για  εσάς» (Α’ Πέτρου 5:6).  Όσο πιο σύντομα το αντιληφθούμε αυτό, τόσο πιο σύντομα θα μπορέσει ο Θεός να εφαρμόσει τα δικά Του σχέδια στη ζωή μας. Εκείνος θα επέμβει στο δικό Του χρόνο, που τις περισσότερες φορές για εμάς παραμένει άγνωστος. Εμείς οφείλουμε να υπακούμε: «…Επειδή, η όραση μένει ακόμα για ορισμένον καιρό, αλλά στο τέλος θα μιλήσει, και δεν θα ψευστεί· αν και αργοπορεί, πρόσμεινέ την· επειδή, σίγουρα θάρθει, και δεν θα βραδύνει» (Αββακούμ 2:3).

 Μετάφραση από τα αγγλικά: Μαρία Γούδα – Κοκτσίδου, Οδοντίατρος 


Αφήστε μια απάντηση