Μαρτυρία πίστης: Η Επίδραση της Αγίας Γραφής στη Ζωή μου

της Γιούλικας Κ. Masry

Στην Ελλάδα, τη χώρα που γεννήθηκα, μεγάλωσα, σπούδασα και είχα την ευκαιρία να διαβάσω ένα σωρό βιβλία κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής μου αλλά και μετά, δεν είχα ποτέ μου την ευκαιρία να δω το Βιβλίο του Θεού, την Αγία Γραφή. Ούτε όμως και στην Αμερική που πήγα το 1972 με υποτροφία της Φουλμπράιτ για να κάνω το διδακτορικό μου και όπου είχα την ευκαιρία να διαβάσω ακόμα περισσότερα βιβλία, τόσο τα χρόνια των μεταπτυχιακών μου σπουδών όσο και στη συνέχεια.

ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΟΥ ΘΕΟΥ: Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ

ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΔΕΩΝΙΤΕΣ ΣΕ ΕΝΑ ΞΕΝΟΔΟΧΕΙΟ ΤΗΣ ΑΜΕΡΙΚΗΣ

Στην Ελλάδα, τη χώρα που γεννήθηκα, μεγάλωσα, σπούδασα και είχα την ευκαιρία να διαβάσω ένα σωρό βιβλία κατά τη διάρκεια της εκπαίδευσής μου αλλά και μετά, δεν είχα ποτέ μου την ευκαιρία να δω το Βιβλίο του Θεού, την Αγία Γραφή. Ούτε όμως και στην Αμερική που πήγα το 1972 με υποτροφία της Φουλμπράιτ για να κάνω το διδακτορικό μου και όπου είχα την ευκαιρία να διαβάσω ακόμα περισσότερα βιβλία, τόσο τα χρόνια των μεταπτυχιακών μου σπουδών όσο και στη συνέχεια. Τα μέσα της δεκαετίας του ογδόντα στην Αμερική με βρήκαν για μια ακόμα φορά περιτριγυρισμένη από βιβλία (υπολογίζω ότι στη βιβλιοθήκη του σπιτιού μας θα πρέπει να υπήρχαν τότε τουλάχιστον 2.500 βιβλία, τα πιο πολλά διαβασμένα από την αρχή ως το τέλος). Αλλά τα ίδια αυτά χρόνια με βρήκαν επίσης ανείπωτα δυστυχισμένη, πληγωμένη, πονεμένη, ασθενούσα, απαρηγόρητη, εγκαταλειμμένη και έρημη. Μια χειμωνιάτικη νύχτα έκραξα γοερά προς το Θεό, «Θεέ, αν υπάρχεις, αν όντως είσαι εκεί, σε παρακαλώ δείξε μου ποιος είσαι και… εγώ θα εργαστώ για τη δόξα σου όλες τις ημέρες της ζωής μου». Ξαφνιάστηκα ακούγοντας τα ίδια μου τα λόγια-γιατί, άθελά μου, είχα μιλήσει δυνατά. Τι είναι αυτό που είχα πει; «Θα εργαστώ για τη δόξα Σου;» Αλλά εγώ δεν είχα ποτέ εργαστεί για κανενός άλλου τα συμφέροντα εκτός απ’ τα δικά μου και κανενός η ‘δόξα’ δεν με είχε ποτέ απασχολήσει εκτός από τη δόξα του δικού μου εαυτού. Πώς γίνεται και η κραυγή μου τώρα εξέφραζε κάτι το τελείως διαφορετικό; Με το να συλλογίζομαι αυτά η καρδιά μου ήρθε σε μια θέση πολύ ήσυχη και πολύ ανοιχτή στο να δέχεται και να προσλαμβάνει. Δεν ‘έλαβα’ όμως τίποτε. Ή τουλάχιστον τίποτε το απτό, το ορατό ή το αντιληπτό με την ακοή. Η αίσθηση της ακοής μου ευαισθητοποιήθηκε ακόμη περισσότερο, αλλά και πάλι δεν ‘άκουσα’ καμιά απάντηση. Μόνο στο δωμάτιο ξεχύθηκε μια γλυκιά βεβαιότητα ότι «όλα θα πάνε καλά». Αυτή η παρηγορητική και ανεξήγητη διαβεβαίωση έπεσε σαν ψιλή βροχή. Αθόρυβα. Διακριτικά. Και είχε την ευωδιά μιας ελευθερίας και τη γεύση μιας ευτυχίας που μου ήταν άγνωστα μέχρι τότε.

«Και τώρα τι κάνουμε;», ρώτησαν τα βάθη μου, έτσι όπως τώρα ξαφνικά βάλθηκαν ν’ αναζητούν τα βάθη του Αιώνιου. «Ποια είναι πραγματικά η επιθυμία μου αυτή τη στιγμή;» Φαίνεται πως όλο κι όλο που αποζητούσα με της καρδιάς μου την καρδιά και την ψυχή της ψυχής μου ήταν απλά και μόνο ένα βιβλίο: το Βιβλίο του Θεού. Όταν πήγαινα σχολείο στην Ελλάδα θυμάμαι πως είχα διαβάσει στα θρησκευτικά ότι εμείς οι χριστιανοί πιστεύουμε σε δύο πράγματα: την Αγία Γραφή και την Ιερά Παράδοση. Δεν είχα ποτέ μου δει καμιά απ’ τις δύο αυτές πηγές, αλλά δεν είχα πάρει και την πρωτοβουλία να ψάξω να τις βρω. Τώρα όμως ήθελα να πάρω στα χέρια μου και να κρατήσω στις παλάμες μου το βιβλίο που δεν είχα ποτέ μου δει αλλά υπέθετα πως πρέπει να υπάρχει: το Βιβλίο του Θεού. «Μήπως κατά τύχη έχουμε κανένα τέτοιο βιβλίο;», ρώτησα τον άντρα μου, έναν εβραίο απ’ το Ισραήλ. Χαμογέλασε με την ικανοποίηση εκείνου που ξέρει να απαντήσει προς εκείνον που δεν ξέρει, με αποκάλεσε αστειευόμενος ‘μικρή ειδωλολάτρισσα’, πήγε στο γραφείο του, ξέθαψε ένα βιβλίο με σκληρό εξώφυλλο και μου το’δωσε. «Η ΑΓΙΑ ΓΡΑΦΗ, ΤΟΠΟΘΕΤΗΜΕΝΗ ΑΠΟ ΤΟΥΣ ΓΕΔΕΩΝΙΤΕΣ», έλεγε απ’ έξω. Προλαμβάνοντας τις ερωτήσεις μου άρχισε από μόνος του να μου εξηγεί πως οι Γεδεωνίτες είναι μια ομάδα ανθρώπων που βάζουν Άγιες Γραφές στα δωμάτια των ξενοδοχείων κι ότι εκεί την είχε βρει κι εκείνος. ‘Κρίμα που είναι γκρίζα’, σκέφτηκα με το νου μου, επειδή ποτέ δεν μου άρεσε το γκρι χρώμα. Διστακτικά την άνοιξα στην πρώτη σελίδα και είδα ότι εκεί, στο δεξιό πάνω μέρος της σελίδας, είχε γράψει τ’ όνομά του. Κατά τα λοιπά όμως το βιβλίο ήταν σαν καινούριο, χωρίς καμιά υποσημείωση ή άλλες σημειώσεις όπως είχαν τα περισσότερα από τα βιβλία μας. Γκρι-ξεγκρί ήμουνα πανευτυχής να’χω στα χέρια μου αυτό το ολοκαίνουριο ‘παλιό’ βιβλίο, απλά και μόνο επειδή το ζήτησα, και να το’χω καταδικό μου να το κάνω ό,τι θέλω!

Αλλά από πού ν’ αρχίσω; Από την αρχή, όπως κάνουμε συνήθως, ή από το τέλος, όπως διαβάζονται τα βιβλία που’ναι γραμμένα στην εβραϊκή γλώσσα; Δεν ήξερα. Εμπιστεύτηκα τη γλυκιά βεβαιότητα που βασίλευε στην καρδιά μου και άνοιξα την Αγία Γραφή στην τύχη, σίγουρη ότι θα με πήγαινε σ’ εκείνο το σημείο που θα προοριζόταν ειδικά για μένα. Το Βιβλίο του Θεού άνοιξε στην Έξοδο (όχι βέβαια ότι τότε ήξερα τι σημαίνει ‘Έξοδος’) και ήταν το εδάφιο 14 του τρίτου κεφαλαίου της Εξόδου που πρωτοαντίκρισαν τα μάτια μου. «Και είπε ο Θεός στο Μωυσή, Εγώ ειμί ο Ων»[1] (με το ‘ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ’ με κεφαλαία γράμματα, όπως είναι γραμμένο στην αγγλική Αγία Γραφή του Κινγκ Τζέιμς). Για το Μωυσή είχα ακουστά βέβαια αλλά εκείνο που ήταν πιο σπουδαίο είναι ότι με της ψυχής μου το αυτί μπορούσα τώρα ν’ ακούω τα ίδια αυτά λόγια να απευθύνονται σ’ εμένα, εμένα την ανείπωτα δυστυχισμένη, πληγωμένη, ασθενούσα, απαρηγόρητη, εκαταλειμμένη και έρημη. Αυτά ήταν τα πρώτα λόγια του Θεού σ’ εμένα μέσ’ απ’ το Βιβλίο Του: «Εγώ ειμί ο Ων».

Πέρασαν πολλά χρόνια πριν μάθω πόσο θεολογικά δυσνόητη θεωρείται αυτή η φράση της Αγίας Γραφής για τους μελετητές της, ακόμα κι από καθαρά γλωσσολογικής πλευράς, και πόσο ιδιαίτερα δύσκολα θεωρoύνται τα αγγλικά της μετάφρασης του Κing James. Εκείνη όμως τη βραδιά τίποτε δεν φαινόταν πιο απλό και εύκολο για μένα. Τα λόγια που ο Θεός είχε προφέρει στο Μωυσή αλλά και σ’ εμένα ήταν καθαρά σαν κρύσταλλο. Και ήταν ό,τι ακριβώς χρειαζόμουνα ν’ ακούσω εκείνη την ώρα. Πρώτα απ’ όλα μου έφεραν τα καλύτερα νέα που έλπιζα ποτέ ν’ ακούσω: πως δεν ήμουνα εγώ ο Ων! Για χρόνια πάλευα να’μαι το επίκεντρο του κόσμου μου-για να μην πω ολόκληρου του κόσμου στις πιο φιλόδοξες στιγμές μου!-αλλά δεν ήμουνα ποτέ ικανοποιημένη ακόμα κι όταν ανέβαινα ψηλά. ‘Δεν μπορώ να τα καταφέρω’, έλεγα μυστικά στον εαυτό μου με βαθιά λύπη. Λες και η ‘ύλη’ μου δεν είναι αρκετά καλή. Δεν έχω ‘καλό υλικό’ μέσα μου, σκεφτόμουν. Τι ανακούφιση να μάθω επιτέλους ότι αυτό ήταν πραγματικά σωστό! Δεν ήμουνα εγώ ο ‘Ων’. Ήταν ο Θεός που ήταν ο ‘Ων’. Και τι ήταν ο ‘Ων’; Η ίδια η Ύπαρξη, η Ουσία της Ζωής, η Πηγή του Είναι, Η Ζωή χωρίς Σύνορα, χωρίς Αρχή και δίχως Τέλος, ο Απέραντος, ο Ανεξάντλητος, ο Αιώνιος. «Ο Θεός Είναι!», αναφώνησα. ‘Και είναι σαν μια απέραντη παραλία που φτάνει στην αιωνιότητα’, είπα με το νου μου. Θυμήθηκα πόσο πάντα ποθούσα κάτι τέτοιο όταν περπατούσα στις παραλίες της Μεσογείου, τον καιρό που ήμουνα στην Ελλάδα, ή της Καλιφόρνιας μετά που ήρθα στην Αμερική.

Αλλά αυτό δεν ήταν και το μόνο που κατάλαβα απ’ αυτό το εδάφιο. Αυτή η Θαυμάσια και Ιερή ‘Ζωή-πάνω-απ’-τη-ζωή-μου’ δεν μου έγινε γνωστή σαν κάτι το Μεγαλόπρεπο και Υψηλά Ιστάμενο που ήταν αδιάφορο προς τη δική μου ύπαρξη. Με καλούσε! Ήθελε να συμμετέχω κι εγώ στο Θαυμάσιο της Ζωής, μ’ έπαιρνε στην αγκαλιά Του και με κρατούσε ασφαλώς, έτσι όπως ένιωθα αστήριχτη σαν μαργαρίτα δίχως μίσχο. Απλά και απέριττα με αγαπούσε! Ήταν το Παν κι εγώ ήμουνα το τίποτε. Ωστόσο, ακουγόταν σαν κοπλιμέντο να με ‘υποτιμά’ ο Θεός ενώ συγχρόνως με διαβεβαίωνε ότι ‘Εκείνος Είναι’ κι ένιωθα κι εγώ από πλευράς μου ότι η Μεγαλειώδης Ύπαρξή Του σκύβει χαμηλά, ως το είναι μου, για να μου πει πως με νοιάζεται, πως χαίρεται που Τον προσμένω και διαβάζω το Βιβλίο Του-την ‘ανοιχτή επιστολή’ Του προς όλους μας. Κι εγώ βέβαια από πλευράς μου ήμουν πανευτυχής που είχα την υπόσχεσή Του ότι από ’δω κι εμπρός ‘όλα θα πάνε καλά’. «Πώς λέμε στα εβραϊκά ‘Εγώ ειμί ο Ων’;», ρώτησα τον άντρα μου που σκέφτηκα πως μάλλον θα ήξερε αφού, εν αντιθέσει προς εμένα, η παιδεία του περιλάμβανε και την ανάγνωση του Βιβλίου του Θεού. «Εχιέ ασέρ εχιέ», μου απάντησε κι εγώ καταχάρηκα και το έγραψα αμέσως στο περιθώριο. Ήταν η πρώτη μου σημείωση στο βιβλίο μου της Αγίας Γραφής, γραμμένη με τον αδέξιο, σχεδόν παιδικό, γραφικό χαρακτήρα που είχα όταν έγραφα στην εβραϊκή γλώσσα. «Κι εγώ Σ’ αγαπώ», ήταν όλο κι όλο που βρήκα ν’ απαντήσω στον ‘ΕΓΩ ΕΙΜΙ Ο ΩΝ’ εκείνη τη νύχτα καθώς έκλεισα το βιβλίο που με τόση Πρόνοια είχε βάλει στα χέρια μου μέσω των Γεδεωνιτών και του άντρα μου. Βέβαια δεν σκέφτηκα να ευχαριστήσω ούτε τους μεν ούτε τον δε, αλλά εκείνη τη νύχτα κοιμήθηκα λες και δεν είχα ούτε μια έγνοια στο κεφάλι μου!

Από κείνο το βράδυ κι έπειτα έγιναν πολλά βήματα στη σχέση μου με τον Θεό μέσω του Βιβλίου Του και δεν θυμάμαι καλά τη σειρά με την οποία όλα αυτά έγιναν ή πόσο διάρκεσε η θητεία μου στο κάθε σκαλοπάτι. Υπήρξαν βήματα που πήγαιναν προς τα μπρος και άλλα που πήγαιναν προς τα πίσω. Πού και πού υπήρχαν περίοδοι που ένιωθα μουδιασμένη ή ολότελα παγωμένη. Και υπήρξαν και πλατιά κεφαλόσκαλα στο ανέβασμά μου στην κλίμακα του Θεού—το ταξίδι που κρατάει μια ολόκληρη ζωή. Σε όλα όμως αυτά η διαπίστωση που είχε σημασία ήταν πάντα η ίδια: πως δεν είμαι εγώ αλλά Εκείνος που είναι ‘ο πραγματικά Ων’.

Το πρώτο βήμα ήταν το βήμα της μετάνοιας (μετά + νους), η στροφή δηλαδή του νου μου. Μια καθαρή και ηλιόλουστη Καλιφορνέζικη μέρα το βάρος της αμαρτίας μου έπεσε πάνω μου σαν ένα κακόβουλο σύμπαν, τεράστιο και καταρρέον. Ένιωσα τα λάθη μου να βαραίνoυν αφόρητα πάνω στους ώμους μου, όπως η γη πάνω στις πλάτες του Άτλαντα. Όχι μόνο συγκεκριμένα και ειδικά λάθη-αυτό, εκείνο, ή το άλλο-αλλά το γεγονός ότι ολόκληρη η ζωή μου ήταν λάθος, ότι είχα κάνει λάθος να μείνω μακριά απ’ το Θεό και, ακόμα χειρότερο, ότι ήμουνα λάθος, πέρα για πέρα λάθος. Ποτάμια δακρύων ανάβλυσαν από τα μάτια μου. Παρόλα αυτά όμως δεν μ’ έπνιξαν και δεν πλημμύρισαν. Έμοιαζαν να τρέχουν και να τρέχουν αλλά όχι εκτός ελέγχου. Κατά κάποιον τρόπο ήταν σαν να έτρεχαν μέσα στην κοίτη του ‘Εγώ ειμί ο Ων’ και εντός των ορίων που Αυτός ο Ίδιος τους είχε ορίσει να κυλάνε. Ένιωθα διαλυμένη αλλά ήταν και μια ανακούφιση που όλα αυτά συμβαίνανε μέσα στον αυλόγυρο του Θεού και με τη δική Του συναίνεση και επιδοκιμασία. Αυτό με παρηγορούσε. Τι θα γινόταν όμως ύστερα;

Τώρα ήμουνα στους προφήτες, και μάλιστα στον Ησαΐα, και είχα πάρει μια ιδέα για το ‘Μεγάλο Σχέδιο Διάσωσης’ που είχε προετοιμάσει ο Θεός και για το οποίο μίλαγε ο Ησαΐας στο 53ο κεφάλαιο. Η πρωτοβουλία θα ξεκινούσε απο Κείνον κι έπειτα θα ‘κατέβαζε’ το Σχέδιό Του κάτω στη γη, κάτι σαν το αεροπλάνο που κατεβάζει τη σκάλα για να επιβιβαστούν σ’ αυτό όσοι θέλουν. Γιατί δεν υπήρχε περίπτωση εγώ από μόνη μου να ‘διορθώσω’ τον εαυτό μου και να συμφιλιωθώ με τον Θεό, ας πούμε με μια λιτανεία από ‘συγγνώμες’ και ‘διαγωγή αρίστη’ στη συνέχεια για συμψηφισμό. Ο ‘Εγώ ειμί ο Ων’, είχα προσέξει όταν διάβαζα τη Γένεση, είχε εμποδίσει αποφασιστικά την επανασύνδεσή μου με το Δέντρο της Ζωής που τόσο ποθούσα βάζοντας για φράχτη μια πύρινη ρομφαία που περιστρεφόταν γύρω-γύρω καλύπτοντας κάθε κατεύθυνση[2]. Κι αυτό εξαιτίας της πολύ κακής ιδέας που είχα στην αρχή να βάλω το δικό μου εαυτό στο επίκεντρο και να αγνοήσω το Θεό. Κατά κάποιον τρόπο γι’ αυτό έφταιγε το DNA του Αδάμ και της Εύας. Αλλά κατά κάποιον άλλο τρόπο το θέμα δεν ήταν ακριβώς έτσι γιατί κι εγώ η ίδια είχα επαναστατήσει. Εναντίον τίνος; Αλίμονο! Είχα επαναστατήσει εναντίον του δικού μου καλού! Tου δικού μου Θεού! Εκείνου που ήταν ό,τι δεν ήμουν εγώ. Σύμφωνα με τα λόγια του Θεού για το Σχέδιο Διάσωσης που ξεκίναγε απ’ τον Ίδιο, η Αγία Γραφή έλεγε το εξής: «Ο Κύριος έθεσε επ’ αυτόν την ανομίαν πάντων ημών». Κι έπειτα, όταν ερχόταν η ώρα να εξηγήσει τι θα έκανε ο Θεός για τις αμαρτίες μου μέσω εκείνου του ‘αυτού’, το Βιβλίο του Θεού έλεγε, «τραυματίστηκε για τας παραβάσεις μας, ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίας μας, η τιμωρία η οποία έφερε τη δική μας ειρήνη έπεσε επάνω του και με τις πληγές του εμείς γιατρευτήκαμε»[3]. Θα’δινα τα πάντα για να γνωρίσω αυτό τον Πρέσβη του Θεού που θα μου’φερνε την ειρήνη της γιατρειάς και την αποκατάσταση, αυτό τον Ταγμένο από το Θεό Δούλο, το Χρισμένο από τον Θεό Σωτήρα, τον Ευγενή Πρίγκηπα, το Διάσημο Γιατρό, το Μοναδικό αυτό Ειρηνοποιό, αυτή την Αγάπη που έγινε Σάρκα για μένα! Αυτό το Μεσσία… Αυτό το Χριστό…

Ακολουθώντας το τεντωμένο δάχτυλο του Ιωάννη του Βαπτιστή που έδειχνε κάπου στον ορίζοντα διέκρινα εκείνον για τον οποίο γινόταν λόγος. Περπατούσε… Προς το μέρος μου. «Ιδού ο Αμνός του Θεού που σηκώνει επάνω Του την αμαρτία του κόσμου»[4], ανακοίνωσε επίσημα ο εβραίος αγγελιοφόρος. ‘Αυτό δεν είναι και τόσο περίεργο’, σκέφτηκα από μέσα μου. ‘Ο Θεός είχε κάνει το ίδιο και με τον Αβραάμ όταν του παρουσίασε ένα πρόβατο που θα θυσιαζόταν αντί για τον Ισαάκ[5], ώστε να μη ραγίσει η πατρική του καρδιά βλέποντας το παιδί του να καίγεται πάνω στο βωμό’. Αλλά και στη Γραφή Μέρος Πρώτο, θυμήθηκα, ήταν πολύ συνηθισμένο να ακουμπούν οι ιερείς τα χέρια τους πάνω σε ένα πρόβατο, μεταφέροντας σ’ αυτό τις αμαρτίες του λαού Ισραήλ, έτσι ώστε οι άνθρωποι να λυτρωθούν[6]. Εκείνη τη στιγμή όμως εμένα δεν με απασχολούσαν οι αμαρτίες του κόσμου παρά μόνο η δική μου. Και να που τη διέκρινα! Ήταν πράγματι επάνω στου ώμους του Ιησού Χριστού, όπως ακριβώς έλεγε το Σχέδιο του Θεού ότι θα συνέβαινε! ‘Μα εδώ πρόκειται κυριολεκτικά για κατάληψη εξουσίας!’, σκέφτηκα από μέσα μου με ορολογία πολιτικής επιστήμης που εκείνη την εποχή ήταν ο τομέας μου. Ωστόσο, αυτή η επαναστατική αλλαγή της τάξης πραγμάτων δεν μου φάνηκε απειλητική ή επικίνδυνη. Απλά ήταν πολύ ενοχλητικό για τον εγωισμό να μου γίνονται χάρες που δεν μπορούσα να τις ανταποδώσω, να μου προσφέρεται δηλαδή κάτι χωρίς αντάλλαγμα.

Η Εύνοια του Θεού δια μέσου του Χριστού θα γινόταν ακόμα μεγαλύτερο εμπόδιο για τον εγωισμό μου καθώς άρχισα να συνειδητοποιώ μέσ’ απ’ το ευαγγέλιο τι ακριβώς εννοούσε ο προφήτης όταν έλεγε ότι ο Χρισμένος του Θεού θα ‘πληγωνόταν’, θα ‘τραυματιζόταν’ και θα ‘τιμωρείτο’ για τη δική μου αμαρτία. Όλα αυτά τα χρόνια κάθε Πάσχα ένιωθα βαθύ πόνο και θλίψη για τον Ιησού Χριστό που είχε τόσο πολύ-και τόσο άδικα-υποφέρει. Στην Ελλάδα είχα παρακολουθήσει πολλές αναπαραστάσεις της κηδείας Του τη Μεγάλη Παρασκευή (τη μία απ’ τις δύο φορές το χρόνο που πήγαινα στην εκκλησία-η άλλη ήταν τα Χριστούγεννα) και μαζί με μια ξαδέρφη μου που αγαπώ είχα χύσει πικρά δάκρυα για τη βαρβαρότητα των διάφορων ‘άλλων’ που Τον είχαν σταυρώσει. Η μόνη μου παρηγοριά ήταν ότι τώρα πια είχαμε ένα Ιερό Πρότυπο να μας εμπνέει για να υπομένουμε κι εμείς καρτερικά τα αναπόφευκτα ανθρώπινα παθήματά μας. Αλλά ότι ο Χριστός κρεμόταν στο Σταυρό για να πληρώσει το τίμημα της δικής μου αμαρτίας, ότι κρεμόταν εκεί που θα έπρεπε να βρίσκομαι εγώ, αυτό δεν μου είχε περάσει ποτέ απ’ το μυαλό. Γιατί αν μου είχε, θα Τον είχα αγαπήσει με κάθε μόριο του είναι μου και θα Τον είχα αμέσως αποζητήσει, Εκείνον που μ’ αγάπησε πρώτος. «Γιατί με τέτοια μεγάλη αγάπη αγάπησε ο Θεός τον κόσμο που έδωσε τον Υιό Του το μονογενή έτσι ώστε ο καθένας που πιστεύει σ’ Αυτόν να μη χαθεί αλλά να έχει ζωή αιώνια»[7]. «Διότι ο Θεός δεν έστειλε τον Υιό Του στον κόσμο για να κρίνει τον κόσμο, αλλά για να σωθεί ο κόσμος μέσω αυτού»[8]. Να σωθεί; Σωτηρία; Τι μυστήριες λέξεις!

Υπάρχει ένα ελληνικό τραγούδι με μια μουσική μελαγχολική και ιαματική που εμένα και του άντρα μου μας άρεσε πολύ ν’ ακούμε μέσα στο αυτοκίνητο από μια κασέτα που μας την είχαν γράψει φίλοι απ’ την Ελλάδα. Τα λόγια του ρεφραίν του-που εκείνος μου είχε επανειλημμένα ζητήσει να του μεταφράσω στα αγγλικά-έλεγαν τα εξής: «Η σωτηρία της ψυχής είναι πολύ μεγάλο πράγμα, σαν ταξιδάκι αναψυχής μ’ ένα κρυμμένο τραύμα». Μια καλοκαιρινή βραδιά, εκεί μέσα στο αυτοκίνητο, κατάλαβα ξαφνικά ότι, ναι, έτσι είναι το Μεγάλο Σχέδιο Σωτηρίας του Θεού: μου πρόσφερε να μην υποστώ τις συνέπειες της αμαρτίας μου και αντ’ αυτού να πάω ‘διακοπές αναψυχής’ σε μια πανέμορφη Χώρα Ελευθερίας. Ποιος; Εγώ που ήμουνα ‘ασθενής μέχρι θανάτου’ μ’ ένα τεράστιο κακό έλκος στα σωθικά μου, τόσο κακό και τόσο σάπιο όσο το είχε περιγράψει ο Ησαΐας[9]. Κι έπειτα ήταν κι εκείνο το άλλο Αμερικάνικο τραγούδι, ή μάλλον υμνωδία, που μου είχε αφυπνίσει την ψυχή. Το είχα ακούσει τυχαία στην κηδεία του γείτονά μας και τα λόγια του για τη ‘Χάρη τη Θαυμαστή’ (Amazing Grace) με είχαν αιχμαλωτίσει. Γιατί, πραγματικά, επρόκειτο και για τα δύο: και για κάτι θαυμάσιο και για κάτι που δίνεται δωρεάν, causa donandi που λέγαμε και στη Νομική όταν μαθαίναμε πώς λεγόταν η δικαιοπραξία της δωρεάς στο Ρωμαϊκό Δίκαιο. Τα πάντα έδειχναν πως είχα πάρει ‘πρόσκληση’ να δεχτώ ένα Μεγάλο Δώρο. Μα αυτό ήταν κάτι παραπάνω από θαυμαστό! Ήταν… ήταν… ακαταμάχητο! Πήδηξα από χαρά. «Ναι, θα δεχτώ αυτό το Απίστευτο Δώρο, αγαπημένε Θεέ! Όσο για την περηφάνεια του εγώ μου, θα την… πνίξω! Σ’ ευχαριστώ για τον Υιό και Σωτήρα μου, Σ’ ευχαριστώ που μου καθάρισες την ψυχή με το δικό Του Αίμα, που με γιάτρεψες και με ξαναδέχτηκες στη Βασιλεία του Μεγάλου Σου Όντος, τώρα ‘δικαιωμένη εν Χριστώ’, λες και ήμουνα ανέκαθεν δίκαιη, λες και δεν είχα ποτέ επαναστατήσει κι αποστατήσει. Σ’ ευχαριστώ που μ’ αγάπησες μέχρι θανάτου και Σ’ ευχαριστώ για το Βιβλίο Σου, ‘Μέρος Πρώτο’ και ‘Μέρος Δεύτερο’. «Κι εγώ Σ’ αγαπώ Κύριε… Κι εγώ Σ’ αγαπώ…», συνέχισα να επαναλαμβάνω σαν να’ταν αυτό το μόνο που θα μπορούσα να Του προσφέρω για ‘ευχαριστώ’. Τώρα αν και στο ‘Δεύτερο Μέρος’ του Βιβλίου του Θεού υπήρχε ακόμα η πρόβλεψη για τη σφραγίδα του ουράνιου τόξου στις συμφωνίες του Θεού με τους ανθρώπους[10], είμαι σίγουρη πως εκείνη τη στιγμή θα εμφανιζόταν πανέμορφο και στο δικό μου ουρανό για να βεβαιωθούν όλοι πως ο Θεός ήταν όντως ευχαριστημένος που Τον αγαπούσα κι εγώ και πως αυτό σφράγιζε τη μεταξύ μας συμφωνία, κάτι που θα μπορούσαν πια όλοι να το διαπιστώσουν.

Το να παραδώσεις το είναι σου στα πόδια του Σταυρού την ώρα που συνειδητοποιείς τη Θαυμαστή Χάρη του Θεού εν Χριστώ είναι σημαντικό. Το να κρατάς όμως πάντα το εγώ σου κάτω απ’ την επιφάνεια της θάλασσας, σαν αντιβραχίονα που βυθίστηκε για να μη χτυπούν επάνω του τα κύματα με βία, είναι τελείως διαφορετικό. Έτσι, εγώ που είχα κάποτε μείνει εκστατική με την ανακάλυψη του πόσο γλυκό και ανακουφιστικό είναι το να υποχωρείς και να παραχωρείς τον εαυτό σου στον «Εγώ ειμί ο Ων» συνειδητοποίησα σύντομα ότι είχα και πάλι ξεστρατίσει, λες και δεν είχα ποτέ γνωρίσει την άλλη όψη του νομίσματος! Τα νηπιακά μου βήματα στην πίστη άρχισαν να πηγαίνουν προς τα πίσω, τόσο που μερικές φορές έμοιαζε σαν να είχα απλά προσθέσει τη φράση ‘πιστή χριστιανή’ στο βιογραφικό μου. Γιατί όταν άρχισα να καλπάζω αντί να μπουσουλάω ήταν και πάλι το αυτοκρατορικό μου εγώ που προσευχόταν, έδειχνε πνεύμα διάκρισης, φωτιζόταν, δεχόταν την εύνοια του Θεού, μίλαγε για τα πράγματα του Θεού, διάβαζε το Βιβλίο Του, το δίδασκε… Ελεητικά άρχισαν να εμφανίζονται στη ζωή μου δεινές δοκιμασίες. Πέρασμα μέσ’ απ’ τη φωτιά. Δοκιμασίες γιγάντιων διαστάσεων. Πολύ πικρές. Απερίγραπτα επώδυνες. Γλυκύτατα ιαματικές-μακροχρονίως. Και τότε ξαναπήρα το δρόμο του γυρισμού στην πρώτη μου αγάπη, την πρώτη μου εμπιστοσύνη στο Θεό. Όπου και ν’ άνοιγα το Βιβλίο Του με ξανάφερνε στην πρώτη μου φώτιση, τουλάχιστον έτσι όπως εγώ την κατάλαβα την ώρα που πρωτοπίστεψα. ‘Όχι εσύ αλλά Εγώ είμαι ο Ων’. Έλα σ’ Εμένα. Εν Χριστώ. Εξακολούθησε να έρχεσαι. Εξακολούθησε να μένεις πιστή στο Σχέδιο που κατάρτισα για σένα. Πιστή στο Σωτήρα σου. Ζήσε τόσο κοντά σ’ Εκείνον σαν να ήσουνα σάρκα απ’ τη σάρκα Του και αίμα απ’ το αίμα Του. Μένε πάντα σ’ Εκείνον που σου έστειλα». Κι έπειτα τα ίδια τα λόγια του Ιησού Χριστού, «Μείνε κοντά σ’ εμένα κι εγώ κοντά σ’ εσένα. Εγώ είμαι η Άμπελος η αληθινή και ο Πατέρας μου είναι ο Αμπελουργός. Όπως το κλαδί δεν μπορεί από μόνο του να φέρει καρπό, παρά μόνο αν μένει ενωμένο με την Άμπελο, έτσι δεν μπορείς κι εσύ παρά μόνο αν μένεις ενωμένη μαζί μου»[11].

Σήμερα, ύστερα από επτά χρόνια φοίτησης σε Βιβλικό Σχολείο, πολλές ομαδικές Βιβλικές μελέτες, προσωπική μου μελέτη του Λόγου του Θεού και μία μετάφραση της Καινής Διαθήκης από τα αρχαία ελληνικά, δηλαδή την ‘κοινή’ διάλεκτο, στη σύγχρονη νέα ελληνική (μια συνεργατική εργασία για το ‘Ελληνικό Χριστιανικό Πρόγραμμα’ στο Σικάγο), η παλιά μου Γραφή των Γεδεωνιτών ειναι φύλλο και φτερό. Από όλα τα πράγματα που υπάρχουν στον κόσμο αυτό είναι το υλικό αντικείμενο που αγαπώ περισσότερο από καθετί. Αλλά ποτέ τόσο όσο αγαπώ τη σωτηρία μιας ανθρώπινης ψυχής. Αν ήταν δυνατό αυτό το ίδιο αντίτυπο της Αγίας Γραφής μου να μπορούσε να εξασφαλίσει την εγγραφή έστω και μιας ψυχής στο Βιβλίο της Ζωής, θα το αποχωριζόμουν αμέσως. Αλλά σήμερα ξέρω καλύτερα απ’ ό,τι θα’ξερα αν μόνος οδηγός των πράξεών μου ήταν τα ασταθή μου συναισθήματα και το ένστικτο. Δεν ζητούνται θυσίες από μένα. Μόνο ο Αμνός του Θεού ήταν απαραίτητο να θυσιαστεί για να ζήσουμε εμείς. Αιώνια.

Απ’ τα βάθη της καρδιάς μου ευχαριστώ τους Γεδεωνίτες που προσφέρουν σε ανθρώπους σαν κι εμένα την ευκαιρία να διαβάσουν το Λόγο του Θεού με το να τοποθετούν την Αγία Γραφή σε ξενοδοχεία. Εύχομαι ο Θεός να τους ικανώσει να συνεχίσουν το έργο τους μέχρι το τέλος του κόσμου, μέχρι το τέλος των ημερών. Κι αν γινόταν να τους ζητήσω μια ιδιαίτερη χάρη θα ήταν τούτο: θα μπορούσαν ίσως να εξακολουθούν να βάζουν και Γραφές με γκρι εξώφυλλο;-κι ας μη μου αρέσει εμένα καθόλου αυτό το χρώμα! Γιατί αν κάποτε κάποιος τη διάλεξε γκρι, μπορεί να την ξαναδιαλέξει. Όσο είναι ακόμα καιρός…

Η Γιούλικα Κ. Masry είναι νομικός, διδάκτωρ πολιτικής ψυχολογίας, συγγραφέας, ποιήτρια & μεταφράστρια

[1] Για τις όποιες παραπομπές στην Αγία Γραφή παραθέτω εδώ-είτε αναφέροντας αυτούσιο το αρχαίο κείμενο είτε γράφοντάς το με δικά μου απλούστερα λόγια-θα’θελα να προτείνω σε όποιον διαβάσει αυτό το κομμάτι να μην αρκεστεί σε ό,τι του μεταφέρω εγώ, αλλά ν’ ανοίξει τη Γραφή του και να διαβάσει ο ίδιος τα σχετικά εδάφια κατευθείαν από το Βιβλίο του Θεού. Γιατί ποιος θα’παιρνε γράμμα από κάποιον αγαπημένο του και θα το’δινε σε άλλον να του πει τι λέει;

[2] Γένεση, κεφ. γ΄, εδ. 24.

[3] Ησαΐας, κεφ. ν΄, εδ. 5.

[4] Ευαγγ. κατά Ιωάννην, κεφ. α΄, εδ. 29.

[5] Γένεση, κεφ. κα΄, εδ. 13.

[6] Τέτοια παραδείγματα αναφέρονται π.χ. στο Βιβλίο του Λευιτικού.

[7] Ευαγγ. κατά Ιωάννην, κεφ. γ΄, εδ. 16.

[8] Ησαΐας, κεφ. γ΄, εδ. 17.

[9] Ησαΐας, κεφ. α΄, εδ. 6.

[10] Γένεση κεφ. θ΄, εδ. 13-16.

[11] Ευαγγ. κατά Ιωάννην, κεφ. ιε΄. εδ. 1-4.

 

[1] Το κείμενο αυτό είναι από μια ομιλία-μαρτυρία που έκανε η συγγραφέας στις 14 Σεπτεμβρίου 2003 στην Αθήνα με την ευκαιρία επίσκεψης μέλους της Διεθνούς Ένωσης των Γεδεωνιτών. Η ομιλία δόθηκε στα ελληνικά ex tempore βάσει σημειώσεων στα αγγλικά που είχε κρατήσει η ομιλήτρια από το 1986. Στη συνέχεια το κείμενο γράφτηκε και στα αγγλικά και στα ελληνικά από την ίδια.

Comments are closed.