| 150 ΧΡΟΝΙΑ ΕΥΛΟΓΗΜΕΝΗΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣ ΣΤΗΝ ΠΟΛΗ ΤΗΣ ΑΘΗΝΑΣ |
|
Με μεγάλη χαρά συμμετέχουμε στις εορταστικές εκδηλώσεις, που πριν λίγες βδομάδες είχε η Α’ Ελληνική Ευαγγελική Εκκλησία για την επέτειο 150 χρόνων από την ίδρυση της στην πόλη της Αθήνας.
1. Το Νοέμβριο του 2008 η Εκκλησία σας γιόρτασε με διάφορες εκδηλώσεις την επέτειο 150 χρόνων ζωής της. Πότε, πώς και από ποιους ξεκίνησε το έργο της ΕΕΕ στην πατρίδα μας; Το έργο της ΕΕΕ ξεκίνησε μέσα από μια διεργασία πολλών ετών και την συμμετοχή αρκετών σημαντικών προσώπων. Ξεχωρίζει όμως ο Μιχαήλ Καλοποθάκης, ο οποίος ήταν νεαρός γιατρός όταν, μετά από μια δίκη – παρωδία του ιεραποστόλου Ιωνά Κινγκ, πήρε την απόφαση να υπερασπιστεί το δικαίωμα της θρησκευτικής ελευθερίας και να αγωνιστεί για την πνευματική αφύπνιση του λαού μας. Μετά από σπουδές σε θεολογικό σεμινάριο στις ΗΠΑ επέστρεψε ξεκινώντας το ευαγγελικό έργο στην πατρίδα μας. Μερικές φορές λέμε, δικαιολογώντας την αδράνειά μας, ότι η διάδοση του ευαγγελίου είναι δύσκολη υπόθεση στις μέρες μας. Συχνά όμως προσπαθώ να φανταστώ πώς ήταν τότε. ΄Οταν όμως άνθρωποι του Θεού, με οραματισμό και αφοσίωση, προχωρούν με σοφία αλλά και τόλμη, όταν, αντί να κρύβονται σε κάποιο γκέτο, παραμένουν στο κέντρο της ζωής, τότε ο Θεός ευλογεί παρά τις αντίξοες συνθήκες. Κι αυτό συνέβη με την περίπτωση του Καλοποθάκη.
Είναι μια ευκαιρία για τον επαναπροσδιορισμό της θέσης μας και της αποστολής μας για την γενιά μας. Ένα σύνθημα της Αναμόρφωσης ήταν «Αναμορφωμένη εκκλησία, διαρκώς αναμορφούμενη». Έτσι αφιερώσαμε αρκετές Κυριακές μελετώντας τον Λόγο του Θεού, αναζητώντας την οδηγία Του, για την μελλοντική πορεία μας και προσπαθώντας αυτό να το μεταφράσουμε σε στρατηγική λυτρωτικής παρουσίας στην πόλη μας.
Πιστεύουμε ότι η εκκλησία καλείται να είναι η «πόλη του Θεού» μέσα στην «πόλη του ανθρώπου». Μια πόλη πάνω στο όρος, που ζει και φανερώνει τις αρχές της βασιλείας του Θεού, μέσα στην πόλη του ανθρώπου. Μία περικοπή που έχει ιδιαίτερη βαρύτητα στην καρδιά μας βρίσκεται στον Ιερεμία κεφ. 29. Εκεί ο Θεός καλεί τον λαό Του να δει την θέση του μέσα στην πόλη ως αποστολή και να προσευχηθεί αλλά και να εργαστεί ενεργά για την «ειρήνη» της πόλης. Ένας από τους πιο γνωστούς «θεολόγους της πόλης», ο Ray Bakke, περιέγραψε αυτή την αποστολή χρησιμοποιώντας την αναλογία του Έσδρα και του Νεεμία. Ο Έσδρας έφερε τον Λόγο του Θεού στο κέντρο της ζωής της Ιερουσαλήμ και έτσι οδήγησε τον λαό σε μια πνευματική αναζωπύρωση. Από την άλλη, το κύριο έργο του Νεεμία ήταν η ανοικοδόμηση των γκρεμισμένων τειχών της πόλης. Ασχολήθηκε με την ευημερία, την ασφάλεια και την πρόοδο της πόλης του. Το άγγελμα και το άγγιγμα του ευαγγελίου είναι, λοιπόν, οι δύο αυτές πτυχές της κλήσης μας μέσα στην πόλη.
Οι δραστηριότητες εντός της εκκλησίας είναι πολλές. Συχνά όμως μας απορροφούν και χάνουμε την ισορροπία. Μια εκκλησία πρέπει να αυξάνει και προς τα μέσα και προς τα έξω, ταυτόχρονα και αρμονικά. Έτσι αυτή την περίοδο η έμφασή μας είναι η διακονία της εκκλησίας μας προς τα έξω. Από τον Σεπτέμβριο ξεκινήσαμε την λειτουργία ενός Κέντρου Νεότητος σε μια γειτονιά του Νέου Κόσμου (Λόφος Λαμπράκη), στο οποίο συχνάζουν πολλοί έφηβοι και νέοι της περιοχής. Επίσης αρχίσαμε να μιλούμε όλο και πιο πολύ για το θέμα της ίδρυσης εκκλησιών σε στρατηγικές περιοχές της πόλης μας.
Από την στιγμή που συνειδητοποίησα την αξία και την σοβαρότητα να υπηρετεί κάποιος τον Θεό, στα χρόνια της ύστερης εφηβείας μου, ο Θεός έβαλε μέσα μου την επιθυμία να Τον υπηρετήσω στο έργο Του. Δοξάζω τον Θεό για τους γονείς μου που με ενθάρρυναν και με στήριξαν στην απόφασή μου αυτή. Βέβαια, στην αρχή ήμουν σε πλήρη σύγχυση σε σχέση με το τι συγκεκριμένα ο Θεός ήθελε από τη ζωή μου. Ο αδ. Νίκος Στεφανίδης, ποιμένας μου τότε στην εκκλησία Κατερίνης, με βοήθησε να δω ότι μέσα από την ποιμαντική διακονία μπορώ να εκπληρώσω όποιον οραματισμό και όποιο βάρος ο Κύριος μου δίνει στην καρδιά. Έτσι, ήταν 1 Οκτωβρίου 1989 όταν παντρευτήκαμε με την Νόπη και μετά από ένα μήνα πήγαμε για την πρώτη μας ποιμαντική διακονία στην εκκλησία του Βόλου.
Η εμπειρία μου ήταν γενικά θετική. Ο επιβλέπων καθηγητής μου, ο κ. Μιλτιάδης Κωνσταντίνου, ήταν ιδιαίτερα γενναιόδωρος απέναντί μου στηρίζοντάς με σε ορισμένες δύσκολες καμπές. Τον χαρακτηρίζει μια ευρύτητα και μια «αρχοντιά». Παρά τις διαφορές που υπήρχαν στις θεωρήσεις μας, εκτίμησα την αγάπη του για τον Λόγο του Θεού και για το έργο της Βιβλικής Εταιρίας. Θυμάμαι έναν άλλον καθηγητή μου, στη Βοστώνη, που είπε κάτι πολύ σοφό, «πρέπει να χωρίζουμε τους ανθρώπους σε δύο κατηγορίες, σε αυτούς που είναι μέρος του προβλήματος και σε αυτούς που είναι μέρος της λύσης του». Η επαφή μου αυτή ενίσχυσε την οπτική μου γωνία. Στο τοπίο της ελληνικής πνευματικής πραγματικότητας πρέπει να δούμε ότι αυτοί που είναι μέρος της λύσης ξεπερνούν τα δικά μας στενά εκκλησιαστικά και δογματικά όρια.
Πιστεύω ότι δεν υπάρχει μία απάντηση που είναι απαραίτητα η ίδια για κάθε εκκλησία. Για παράδειγμα, η εκκλησία μας, μια εκκλησία που υπάρχει εδώ και 150 χρόνια, έχει ανάγκη από την «πρώτη αγάπη». Αντίθετα, άλλες εκκλησίες που ακόμη βρίσκονται σε «κινηματική» φάση, έχουν ανάγκη από εμβάθυνση και συγκρότηση. Μιλώντας, λοιπόν, μόνο για την δική μου εμπειρία θα έλεγα ότι αυτό που μας λείπει κυρίως είναι η βαθιά πίστη μας στο ευαγγέλιο και η ολοκληρωτική αφοσίωσή μας στον Θεό. Δηλαδή, πρέπει να έχουμε την πεποίθηση ότι το ευαγγέλιο έχει δύναμη μεταστροφής και αλλαγής.
Ένας από τους συγγραφείς που καθόρισαν την σκέψη μου είναι ο βαπτιστής ιεροκήρυκας John Piper. Αν κάποιος, λοιπόν, θα ήθελε μια πιο εκτεταμένη και βιβλικά τεκμηριωμένη εκδοχή της απάντησής μου μπορεί να ανατρέξει σε βιβλία του ή στην ιστοσελίδα του. Μετά από αυτή τη διευκρίνιση η απάντησή μου επιγραμματικά είναι ότι, ο πρώτιστος σκοπός της εκκλησίας, όπως και οποιουδήποτε άλλου έργου του Θεού ή οποιασδήποτε ενέργειας του Θεού είναι η δόξα Του.
Ο Θεός πάντοτε εργάζεται με μονάδες και όχι με μάζες. Έτσι, θα έλεγα ότι, όπως πάντα, έτσι και στις μέρες μας υπάρχουν νέοι και νέες που ζητούν πρώτα την βασιλεία του Θεού και την δικαιοσύνη Του, περιμένοντας και εμπιστευόμενοι ότι ο Θεός θα φροντίσει για όλα τα άλλα. Υπάρχουν όμως και άλλοι που ζητούν πρώτα όλα τα άλλα αφήνοντας τον Θεό να περιμένει…
Η εκκλησία πρέπει να διατηρήσει έναν «προφητικό» ρόλο μέσα στην κοινωνία και ιδιαίτερα απέναντι στην εξουσία. Ο προφήτης στην κλασσική περίοδο της προφητικής ιστορίας, είναι ο θεματοφύλακας της διαθήκης του Θεού. Χρησιμοποιώντας τους όρους της ερμηνεύει το ιστορικό βίωμά του λαού αλλά και προειδοποιεί και ελέγχει κάθε επίπεδο της κοινωνίας του Ισραήλ. Έτσι και η εκκλησία, με βάση της τον Λόγο του Θεού πρέπει να μιλά για κάθε ζήτημα. Να μιλά όμως με λόγο θεολογικό και βιβλικό, δηλαδή εναλλακτικό.
Ήδη αναφέρθηκα στο χαρακτηριστικό της εκκλησίας ως «διαρκώς αναμορφούμενης». Αυτή η αναμόρφωση πρέπει να είναι ιεραποστολικά παρακινούμενη και θεολογικά – βιβλικά τεκμηριωμένη. Με άλλα λόγια δεν πιστεύω στην αλλαγή χάριν της αλλαγής. Ούτε στην αλλαγή που απλά μιμείται το τι γίνεται αλλού. Η κάθε εκκλησία, κατανοώντας την ιδιαίτερη αποστολή της μέσα στον κόσμο, πρέπει να ρωτά συνεχώς πώς θα την επιτελέσει καλύτερα. Το ιεραποστολικό βάρος, λοιπόν, την ωθεί να αλλάζει για να μπορεί να πλησιάσει τον κόσμο γύρω της, ο οποίος διαρκώς αλλάζει. Αυτή η ανανέωση όμως δεν γίνεται άκριτα. Πρέπει να γίνεται μετά από στοχασμό θεολογικό και βιβλικό. Μια από τις φράσεις που πιστεύω ακράδαντα είναι ότι, η εκκλησία πρέπει να αλλάζει για να μπορεί να μείνει η ίδια. Δηλαδή, αν θέλουμε να μείνουμε πιστοί στην αποστολή μας πρέπει να είμαστε έτοιμοι όπου και όταν χρειάζεται να προσαρμοζόμαστε και να αναμορφωνόμαστε.
Φώτης Ρωμαίος |
Για 30 χρόνια είχαμε τη χαρά να εκδίδουμε τη διμηνιαία εφημερίδα ΟΙ ΝΙΚΗΤΕΣ, με θρησκευτικά, κοινωνικά και πολιτιστικά κείμενα, στην αρχή σε 40.000 και στη συνέχεια σε 20.000 αντίτυπα. Η εφημερίδα...

Στατιστικά Δεδομένα σε Πραγματικό Χρόνο.
με τον Γιάννη Μπαλτατζή, τέως διευθυντή του Υπουργείου Γεωργίας της Ελλάδος








